Εισαγωγή
Ο Βίκτορ Μιχαήλοβιτς Τσερνόφ (1873-1952) υπήρξε ιστορικό στέλεχος του κόμματος των εσέρων. (αρχικά για το Κόμμα σοσιαλιστών-επαναστατών). Μετά την επανάσταση των Μπολσεβίκων ο Τσερνοφ θα διαφωνήσει με ένα μέρος του κόμματος του και θα συμμετάσχει στην διάσπαση μεταξύ εσέρων και αριστερών εσέρων, οι οποίοι συντάχθηκαν αρχικά με τους μπολσεβίκικους. Ο Τσερνόφ αποτελούσε τον πιο δεινό ίσως αντι-μπολσεβίκο μέσα στο κόμμα των εσέρων και αυτό δυστυχώς, όπως έχει επικριθεί από διάφορες πλευρές του επαναστατικού πολιτικού φάσματος της εποχής, τον οδήγησε τελικά σε μια παράδοξη και αποτυχημένη συμμαχία με το διεθνές αντι-μπλοσεβικικό στράτευμα του οποίου ηγούνταν οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, με σκοπό τον παλινόρθωση του Τσάρου. Παρά το άδοξο τέλος της πολιτικής του καριέρας, το κείμενο που ακολουθεί είναι αρκετά παλαιότερο, από τις αρχές του κόμματος των εσέρων. Στο κείμενο που ακολουθεί είναι εμφανή όσα μας ενδιαφέρουν για την εποχή, την πολιτική οργάνωση και την έννοια της δικαιοσύνης από την πλευρά αυτή τη φορά των σοσιαλεπαναστατών.
Για τους εσέρους, και ειδικά για τον Τσερνόφ, η δέουσα ιδεολογική βάση ήταν ο νεο-ναροντνισμός. Ο νεο-ναροντνισμός υπήρξε η ιδεολογική, θεωρητική και οργανωτική συνέχεια του επαναστατικού κινήματος των ναροντνικών του 19ου αιώνα στην Ρωσική αυτοκρατορία. Οι ναροντνικοί αποτελούνταν από άτακτες ομάδες ένοπλων μαχητών, κατά βάση αγροτικής καταγωγής, που σκοπό είχαν να εκβιάσουν σε φιλολαϊκές πολιτικές την εξουσία του τσάρου αλλά και τοπικούς κυβερνήτες μέσω τρομοκρατικών ενεργειών. Στο απόγειο τους έκαναν προσπάθειες να δολοφονήσουν τον ίδιο τον Τσάρο. Το κίνημα και οι εξεγέρσεις στις οποίες μετείχαν οι ναροντνικοί απέτυχαν, και η αναμόρφωση τους ήρθε από τον νεο-ναροντνισμό των εσέρων. Σε αυτό το πλαίσιο, και ύστερα από την ισχυρή επίδραση του μαρξισμού, πλέον κρίθηκε αναγκαία η συγκρότηση οργωμένου επαναστατικού κόμματος, το οποίο θα συντονίζει τις δράσεις και θα έχει σκοπό την διεξαγωγή μαζικού επαναστατικού αγώνα στους χώρους εργασίας. Όμως αυτό θα γινόταν ταυτόχρονα με το νέο δόγμα, ειδικό στους νεοναροντνικούς και στους εσέρους, της λεγόμενης “οργανωμένης εκδίκησης”. Αυτή ήταν η βασική άποψη των εσέρων πάνω στο ζήτημα της δικαιοσύνης και της βίας, ένα ζήτημα που απασχολούσε έντονα όλους τους επαναστατικούς κύκλους εποχής. Η ανάγκη για μαζικό κίνημα αναγνωριζόταν απερίφραστα αλλά δεν θα έπρεπε το κίνημα να έχει και άτακτες ομάδες, υπό τον πλήρη όμως έλεγχο του, που θα ήταν ικανές να προβούν σε άμεσα και ισομερή αντίποινα σε περιπτώσεις ακραίας άσκησης βίας από τους κυβερνώντες; Αυτό το ερώτημα, δεδομένου ότι στην προεπαναστατική Ρωσία με τις συνεχείς εξεγέρσεις οι μαζικές δολοφονίες διαδηλωτών ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, οι εσέροι το απαντούσαν με την ανοιχτή παραδοχή ότι το μαζικό τους κόμμα – το οποίο οφείλουμε να θυμόμαστε ότι ήταν εξαιρετικά μαζικό – συγκροτεί ταυτόχρονα δολοφονικές ομάδες που ειδικεύονται ειδικά στα αντίποινα στην απονομή “αντεκδίκησης”. Λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτά, σχεδόν όλες οι οργανώσεις της εποχής αναγνώρισαν την ανάγκη τέτοιων δράσεων. Όμως οι εσέροι ήταν οι μόνοι που το έκαναν διακηρυγμένα οργανωτικό τους κομμάτι.
Αξίζει να πούμε κλείνοντας, ότι το κείμενο που ακολουθεί περιέχει μέσα μια θαυμάσια γενεαλογία αυτών των επιθετικών δράσεων απέναντι στην βαρβαρότητα των τσαρικών κυβερνώντων και των στάσεων-δράσεων που πήραν απέναντι σε αυτές όλα σχεδόν τα κόμματα της εποχής. Αξίζει όμως επίσης να σημειωθεί ότι ο Τσερνόφ παρά τους μεγάλους κόπους που κατέβαλε για να πείσει ότι η τρομοκρατία δεν είναι αντιφατική και ανταγωνιστική μορφή πάλης με το μαζικό κίνημα, διαψεύστηκε από την ιστορία. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, οι εσέροι δεν κατάφεραν ποτέ να ελέγξουν πλήρως τις ένοπλες ομάδες τους ώστε αυτές “να μην γίνονται αυτοσκοπός” και να μην “κυνηγούν το ίδιον όφελος”. Αντιθέτως οι ομάδες αυτές αποδείχθηκαν σε μεγάλο βαθμό αυτόνομες, και πολλές φορές προβληματικές, ενώ οι όποιες επιτυχίες των εσέρων ήρθαν τελικά από την μαζική στήριξη τους από τον αγροτικό πληθυσμό. Εμφανές είναι επίσης, ότι οι εσέροι, παρά τα σοσιαλιστικά και δημοκρατικά τους ιδεώδη, πέρα από μια επαναστατική και συγκρουσιακή σύλληψη της δικαιοσύνης ως αντεκδίκησης, δεν έχουν μια γενικότερη αντίληψη του τι θα μπορούσε να συνιστά απονομή δικαιοσύνης σε μια μετ-επαναστατική κοινωνία. Αυτό προέρχεται κατά βάση από το γεγονός ότι η ριζοσπαστική αγροτική τους βάση δεν είχε ποτέ σοβαρές βλέψεις για τον κρατικό μηχανισμό αλλά για την κατάργηση του. Αντιθέτως ένα τέτοιο ερώτημα, όπως θα δούμε απασχόλησε τελικά τους σοσιάλδημοκράτες ακριβώς επειδή εξ αρχής διέβλεπαν την ανάγκη μιας επαναστατικής αλλαγής στο ίδιο το κρατικό δίκαιο.
Βίκτορ Μιχαήλοβιτς Τσερνόβ/Μετάφραση από τα ρώσικα: Δημήτρης Μ. Μόσχος
Τρομοκρατία και μαζικό κίνημα
Στις 13 Μαρτίου του 1903 με εντολή του κυβερνήτη της επαρχίας της Ούφα. Μ. Μπογκντάνοβιτς , τα στρατεύματα άνοιξαν πυρ στο πλήθος των απεργών εργατών στο Ζλατοούστ μη διστάζοντας να ρίξουν στις πλάτες με συνεχείς ριπές ακόμα και σε όσους έτρεχαν να ξεφύγουν. Τελικά πέθαναν επιτόπου 28 άνθρωποι, τραυματίστηκαν περίπου 200 από τους οποίους αρκετές δεκάδες πέθαναν μετά από τα τραύματα τους. Μεταξύ των νεκρών και των τραυματισμένων ατόμων βρίσκονται και άτομα τα οποία έτυχε να περνούν από το σημείο της τραγωδίας, γυναίκες και μικρά παιδιά. Στις 6 Μάη με απόφαση της στρατιωτικής οργάνωσης του κόμματος των Σοσιαλιστών-Επαναστατών, δύο μέλη του σκότωσαν τον κυβερνήτη της επαρχίας Ν.Μ. Μπογκντάνοβιτς.
Καταδικάστηκε έτσι ένας υπηρέτης του τσαρικού καθεστώτος ο οποίος είχε διαπράξει θαυμαστά εγκλήματα προς όφελος της κυβέρνησης, που προκάλεσε σε όλη τη χώρα τόση καταστροφή και κατακραυγή, βία και κλεψιές, ο καταδικασμένος αυτός εγκληματικός κυβερνήτης, που δεν δίστασε να διατάξει τους πυροβολισμούς άοπλων εργοστασιακών εργατών και που καταδίωξε με σφαίρες ένα πλήθος ανθρώπων από γυναίκες, και παιδιά που έτρεχαν να σωθούν. Τέτοια εγκλήματα δεν πρέπει να γίνονται από το χέρι κάποιου χωρίς τιμωρία, χωρίς συνέπειες. Προκαλούν πολύ αυτές οι πράξεις το κοινό ανθρώπινο αίσθημα και ερεθίζουν εξίσου τα συμφέροντα και την τιμή του επαναστατικού κινήματος. Και ο κυβερνήτης της Ούφα, με την χυδαία σφαγή που έστησε μεταξύ των δημίων του και των ειρηνικών διαδηλωτών που προστάτευαν τα συμφέροντα τους, μόνος του υπέγραψε την αυστηρή του καταδίκη. Η νέα αυτή τρομοκρατική ενέργεια, προερχόμενη από την στρατιωτική οργάνωση του κόμματος των Σοσιαλιστών-Επαναστατών, μας εξαναγκάζει για μια ακόμα φορά (και πιθανώς όχι για τελευταία) να προβούμε σε κάποιες επεξηγήσεις ως προς το ζήτημα της τρομοκρατίας και της θέσης της στο πρόγραμμα μας. Επίσης θα απαντήσουμε σε μερικές ενστάσεις που πεισματικά εγείρονται ενάντια στη χρήση της τρομοκρατίας ως μέσο της μάχης μας με την μοναρχία. Θεωρώντας τις τελευταίες αυτές ενέργειες και αναπόφευκτες αλλά και δέουσες για την κατάσταση, το Κόμμα μας, την ίδια στιγμή θεωρεί πως η τρομοκρατία οφείλει να είναι – και ταυτόχρονα είναι μόνο – ένα από τα μέσα πάλης. Η τρομοκρατία οφείλει να είναι υπό τον έλεγχο της κομματικής οργάνωσης και εν τέλει πως οι τρομοκρατικές πράξεις πρέπει να έχουν στενή σχέση με ένα μαζικό κίνημα. Πρέπει να θεμελιώνονται στις ανάγκες αυτού το κινήματος και ταυτόχρονα να συνεισφέρει αποκλειστικά στην διεύρυνση του, αναβαθμίζοντας την επαναστατική διάθεση των μαζών. Ως προς το ζήτημα ότι η επαναστατική δραστηριότητα του κόμματος εξαντλήθηκε αποκλειστικά σε τρομοκρατικές πράξεις, κανένας δεν φαίνεται να πιστεύει κάτι τέτοιο. Όταν δε ισχυρίζονται πως υποτίθεται ότι οι Επαναστάτες-Σοσιαλιστές αναλώνονται μόνο σε τρομοκρατικές πράξεις και δεν κάνουν τίποτα ώστε να δουλέψουν στις τάξεις του λαού και να προετοιμάσουν μια μαζική πίεση στον εχθρό, τότε μιλάμε για καθαρή συκοφαντία, εμφανής σε όλους που δεν χρειάζεται καμία περαιτέρω διάψευση. Εδώ βέβαια θα πρέπει να σταθούμε στη δεύτερη θέση μας για τον κομματικό έλεγχο. Όλοι όσοι ανοιχτά παραδέχονται την αναγκαιότητα της τρομοκρατίας, καταδεικνύουν ταυτόχρονα την ανάγκη του κομματικού ελέγχου και της υπευθυνότητας. Ακόμα κατά καιρούς βλέπουμε στην βιβλιογραφία και τον τύπο δειλές παραδοχές περί της αναγκαιότητας και της χρησιμότητας της τρομοκρατίας σε συνδυασμό όμως με την άρνηση της τρομοκρατίας που ασκεί ένα επαναστατικό κόμμα – όπως για παράδειγμα όσα γράφονται στην εφημερίδα “Νότιος εργάτης”1. Τότε αυτός ο περίεργος και διπρόσωπος συνδυασμός, που είναι αφενός έτοιμος να νίψει τας χείρας του χρησιμοποιώντας όμως τους καρπούς της αυθόρμητης τρομοκρατίας, αφετέρου στερεί από το Κόμμα το καθήκον να πράξει αυτό που αναγνωρίζεται κοινώς ως αναγκαίο, τότε απλά προκαλεί σύγχυση στους ειλικρινείς και αληθινούς επαναστάτες. Συχνότερα όμως, είμαστε αναγκασμένοι να ακούμε θορυβώδεις και ακατανόητες δηλώσεις ότι οι τρομοκρατικές ενέργειες βλάπτουν σοβαρά το μαζικό κίνημα. Σε αυτό το τελευταίο αξίζει να σταθούμε περισσότερο.
Η εξέγερση των εργατών του Ζλατοούστ του Μαρτίου, ήρθε αντιμέτωπη με την σκληρή παρέμβαση ένοπλων κρατικών δυνάμεων και γνώρισε ολοκληρωτική ήττα. Και φυσικά είναι σε όλους κατανοητή η συντετριμμένη ψυχική κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι εργάτες αυτοί, μετά την κυριολεκτική σφαγή από πλευράς του κυβερνήτη Ν. Μ. Μπογκντάνοβιτς. Την επόμενη κ’ όλας μέρα μετά τη σφαγή, οι εργάτες αυτοί πήγαν στην δουλειά τους βρισκόμενοι σε αδιέξοδο. Κια δούλεψαν δαρμένοι, άψυχοι, μοιάζοντας περισσότερο με τις μηχανές με τις οποίες ήταν δεμένη η μοίρα τους. Δεν ήταν μόνο αυτό πραγματικά άσχημο, όχι υπήρξαν τόσα θύματα, αυτό ήταν αναπόφευκτο. Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήταν δυνατό να δοθεί μια πραγματική και δυνατή απάντηση σε αυτή τη βία. Σε μια μάχη το να είσαι διαρκώς στην παθητική πλευρά και να δέχεσαι χτυπήματα, αυτή η λογική ακριβώς είναι που αποδυνάμωσε τους εργάτες, τους έριξε και τους έλιωσε στο έδαφος και τους έκανε να θεωρούν τους εαυτούς τους αδύναμους. Ένα πραγματικό κακό το ο οποίο παρατηρείται κατά τη σύγκρουση των επαναστατικών μαζών με τις δυνάμεις του τσάρου είναι ότι οι τελευταίες, όταν εμφανίζονται μεταμφιεσμένες ως απεργοί ή διαδηλωτές, και δεν συναντούν καμία ουσιαστική αντίσταση. «Όμως η αντίσταση είναι κάτι ψυχολογικά αναγκαίο, επειδή δεν υφίσταται για πολύ καιρό, οι διαδηλώσεις ως μέσο πάλης χάνουν σε βάθος χρόνου την επιρροή τους στις μάζες, και αποκτούν αντιθέτως στα μάτια τους την όψη μιας ανικανότητας ουσιαστικής εναντίωσης στην εξουσία».[1]
Αυτή η ψυχολογική αναγκαιότητα κατέστη εντονότερη μετά την σφαγή στο Ζλατοούστ. Είναι μια αναγκαιότητα προς το συμφέρον του μαζικού κινήματος με σκοπό να καταδείξει ότι το επαναστατικό κίνημα στη Ρωσία είναι ισχυρό. Είναι τόσο ισχυρό και αποφασισμένο ώστε να μην αφήνει χωρίς απάντηση ατιμώρητες τέτοιες ειδεχθείς πράξεις σε βάρος του εργαζόμενου λαού. Έτσι λοιπόν, σε τέτοιες συνθήκες η αντίσταση είναι αναγκαία, και συνεπώς μπορούν να υπάρχουν δύο απόψεις πάνω σε αυτό. Ρωτάνε, λοιπόν, ποιος είναι αρμόδιος να απαντήσει στην βία και στα έκτροπα της κυβέρνησης, μια τρομοκρατική οργάνωση ή η ίδια η μάζα αδιαμεσολάβητα όπως απαιτούν οι αντίπαλοι της πολιτικής πολιτικής τρομοκρατίας; Εμείς φυσικά ποτέ δεν πρόκειται να αρνηθούμε και να πούμε κάτι ενάντια στην αδιαμεσολάβητη φράση των μαζών ενάντια στους κρατικούς υπηρέτες, όταν ο λαός ενωμένος σε ένα στρώμα με όπλα στα χέρια αρχίσει να προστατεύει τον εαυτό του και να απαντάει στη βία που δέχεται. Αυτή η μορφή αντίστασης, όταν και όποτε είναι δυνατή, έχει τα δικά της πλεονεκτήματα. Το πρόβλημα όμως τώρα έγκειται στο γεγονός ότι οι κουβέντες περί αυτής της μορφής αντίστασης είναι ευκολότερες από την ίδια την αντίσταση. Και έτσι δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι αυτές οι ατέλειωτες κουβέντες έχουν κάποιο πλεονέκτημα σε σχέση με τα τρομοκρατικά μέσα πάλης στη παρούσα φάση. Θα είμαστε πάντα ενάντιοι στην αντικατάσταση της επαναστατικής πράξης από την επαναστατική ρητορική. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θεωρούμε δυνατή την ανοιχτή αντιπαράθεση των μαζών με το κράτος και δεν θεωρούμε σημαντική την προετοιμασία για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως μια τέτοια δουλειά είναι αναγκαία και οι σύντροφοι μας σε μια σειρά από μέρη, όπως για παράδειγμα στο Κίεβο το έχουν θέσει όχι απλά θεωρητικά αλλά και πρακτικά, στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων τους. Σε μια προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι ο λαός είναι πραγματικά σε θέση να δώσει μια απάντηση στη βία που δέχεται και τους ιθύνοντες της, το κόμμα μας έχει θέσει ως κύριο καθήκον του την ανάπτυξη της ταξικής και πολιτικής συνείδησης στις εργατικές μάζες της πόλης και της υπαίθρου και την αύξηση της επαναστατικής συνείδησης τους, υπενθυμίζοντας συνεχώς ότι μόνο μέσω αγώνα είναι σε θέση να κερδίσουν τα δικαιώματα τους. Αλλά σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η μάζα, που έχει δεχτεί τόσες επιθέσεις, δεν μπορεί ακόμη να εισέλθει σε μια ανοιχτή σύγκρουση με τον εχθρό και έτσι να ανταπαντήσει, αυτή η αδυναμία δεν αποκλείει καθόλου – αντίθετα, επιτείνει – την ψυχολογική αναγκαιότητα.
Και τότε η μάζα έχει άλλον τρόπο ανταπάντησης: ακολουθεί την οδό της ανάπτυξης μιας ειδικής τρομοκρατικής ομάδας, η οποία δεν αποσπά τις δυνάμεις του κόμματος από την καθημερινή εργασία και τις αυστηρές απαιτήσεις της δράσης του μαζικού κινήματος. Αυτή η οργάνωση βρίσκεται στην πιο στενή σχέση με το μαζικό κίνημα. Αυτή η τρομοκρατία, μόνο εκ πρώτης όψεως, μόνο πολύ επιφανειακά για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή είναι κάτι αποκομμένο από το μαζικό κίνημα.
Ακόμα και στις πιο απόμακρες γωνιές της επαρχιακής Ρωσίας, συμβαίνει να αντικρίσει κάνεις τέτοιες σκηνές. Οι αγρότες αποφασίζουν μαζικά να αδειάσουν τα αποθέματα των ιδιωτικών αποθηκών από στάρι. Πρακτικά, για να γίνει αυτό, για να σπάσει η πόρτα, χρειάζεται μόνο ένας δυνατός και υγιής νεαρός, αλλά τότε, αν ήταν έτσι δεν θα συμμετείχε κανένας άλλος, το ζήτημα είναι να συμμετέχει ο “κόσμος όλος”. Και να που τελικά κάπως καταφέρνουν να ξεπεράσουν αυτό το εμπόδιο: δένουν στο λουκέτο το πιο μακρύ και χοντρό σκοινί που έχουν ώστε ο καθένας να μπορεί να τραβήξει με τα χέρια του. Έτσι δημιουργείται μια ολόκληρη σειρά συμβολικής συμμετοχής στη διάρρηξη του εν λόγω μαγαζιού. Η τρομοκρατία ως μέσω πάλης εκνευρίζει του άλλους, εκείνους τους περήφανους, ανειλικρινείς και χωρίς κατανόηση υποστηρικτές του μαζικού κινήματος, καθώς εδώ δεν γίνεται άμεσα, όπως στην περίπτωση της αποθήκης να μετάσχει όλη η μάζα. Αντιθέτως λόγω τεχνικών ιδιαιτεροτήτων πρέπει να μετάσχει στην πράξη η ελάχιστη δυνατή μονάδα που μπορεί να φέρει σε πέρας το ρόλο, η ατομικότητα. Αλλά στην επαναστατική πάλη, η οποία κινείται βάσει ενός σχεδίου, είναι αναγκαία πάντα η ειδίκευση, ο καταμερισμός εργασίας. Οι διαχωρισμένες, και ειδικά οι συνωμοτικές διεργασίες, χρειάζονται πάντα μια εξωτερική απόσπαση ειδικών συνωμοτικών ομάδων, οι οποίες από τεχνικής άποψης είναι απομονωμένες από τις μάζες. Το να συγχέει κάποιος αυτή την οργανωτική και τεχνική κατά τα φαινόμενα απομόνωση με μια ουσιαστική αποκοπή και με την απουσία εσωτερικών δεσμών με τις μάζες θα ήταν χοντροκομμένο λάθος ή εσκεμμένη παράβλεψη των γεγονότων της πραγματικότητας. Και θα ήταν υπέρ μιας κάποιας αφηρημένης, ανεξέταστης και αστήρικτης από την κριτική σκέψη αρχής περί “μαζικότητας”. Και στους πολέμους, παράλληλα με τα αντίστοιχα σώματα του στρατού που συγκροτούν το βασικό τμήμα του, υπάρχουν και διασκορπισμένες αλυσίδες πυροβολητών, και θαρραλέες μικρές ομάδες εθελοντών-κυνηγών. Και θα ήταν αστείος πραγματικά αυτός ο διοικητής, ο οποίος στο όνομα μιας κάποιας αφηρημένης, “μαζικής αρχής” αιωρούμενης πάνω από οποιαδήποτε πρακτική ανάγκη αρνιόταν όλα αυτά τα μέσα και τους τύπους της στρατιωτικής τακτικής, εκτός της κατά μέτωπο προέλασης των ταγμάτων του στρατού, ο οποίος πλέον θα περιελάμβανε όλη την μάζα του διαθέσιμου στρατεύματος.
Η τρομοκρατική πτέρυγα καθ’ αυτή δεν μπορεί αν διαχωριστεί από την μάζα όπως δεν μπορεί να διαχωριστεί ένα τυπογραφείο ή μια ομάδα μεταφορών. Κάθε τέτοια ομάδα με έναν ιδιαίτερο τρόπο μπορεί είτε να συνεισφέρει και να υπηρετήσει τις ζωτικής σημασίας ανάγκες του μαζικού κινήματος, αποτελώντας ζωογόνα προϋπόθεση της ομαλής ανάπτυξης του, είτε να γίνει μια ομάδα με ίδιον σκοπό, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα που ικανοποιεί δικά της συμφέροντα και όχι το ευρύτερο κίνημα. Και η σχέση της τρομοκρατικής οργάνωσης με το μαζικό κίνημα δεν εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο που εκφράζεται και μια άμεση συμμετοχή όλων που κρατάνε ένα σκοινί όπως στο προηγούμενο παράδειγμα της αποθήκης. Κάτι τέτοιο θα ήταν και αδιανόητο αλλά και απερίσκεπτο, στο βαθμό που ο λόγος γίνεται βεβαίως για την “τρομοκρατία” που εκπορεύεται από το Κόμμα. Αλλά ο ριζικός διαχωρισμός δεν πραγματοποιείται ποτέ στο βαθμό που η τρομοκρατική οργάνωση είναι μέρος του γενικότερου επαναστατικού στρατού, και διαφοροποιείται μόνο λόγω των ειδικών μέσων που χρησιμοποιεί σε σχέση με άλλες ομάδες. Αν αυτή η ομάδα αποτελεί σάρκα εκ σαρκός της μαχόμενης εργατικής μάζας. Αν η κίνηση της συνδιαμορφώνεται με την κίνηση άλλων ομάδων οι οποίες έχουν προσαρμοστεί έτσι ώστε να αλληλοστηρίζονται και να αλληλοενδυναμώνονται από την αμοιβαία δράση τους. Τότε φυσικά η τρομοκρατία γίνεται ισχυρότατο όπλο στα χέρια του ίδιου του μαζικού κινήματος, τέκνο του μαζικού κινήματος, βασιζόμενη στις βαθύτατες ανάγκες του και κομίζοντας σε αυτό τη ζωτικότητα και τη δύναμη της. Σε αυτή την σχέση και σε σε αυτό το συντονισμό έγκειται και η λύση στο ερώτημα που τόσο ταλαιπωρεί τους υποστηρικτές της “μαζικής μεθόδου”, αυτό είναι το “σχοινί” από το οποίο μπορεί να πιαστεί κάθε μέλος της μάζας που μετέχει της ταξικής πάλης». Και η μάζα νοιώθει και κατανοεί μια τέτοια σύνδεση. Όταν για παράδειγμα στο Σαράτοβο, μετά από δύο ημέρες από την εκτέλεση του Στεπάν Μπαλμάσεβ2 οργανώθηκε πορεία, πάνω από το πλήθος ανέμιζε μια πένθιμη σημαία με την επιγραφή «αιώνια μνήμη στους ήρωες, κάτω οι δήμιοι». Έτσι με αυτή την πράξη, και με κάθε επισημότητα οι διαδηλωτές παραδέχονταν την ηθική στήριξη και την αλληλεγγύη με την πράξη του Μπαλμάσεβ. Οι εργάτες της διαδήλωσης όμως, την ίδια στιγμή ακριβώς, δήλωναν πως η πράξη του Μπαλμάσεβ, μέλους της ένοπλης οργάνωσης μας, δεν ήταν απλά μια προσωπική ενέργεια δική του ή των οικείων του αλλά μια κοινωνική πράξη, ότι ο ίδιος ήταν απλά εκφραστής και εκτελεστής μιας τιμωρίας που υπήρχε στις καρδιές του λαού. Με αυτή την δημόσια επίδειξη οι εργάτες γίνονταν ηθικοί συν-αυτουργοί στην πράξη του Μπαλμάσεβ και αυτός ο αντιπρόσωπος σε αυτό το δραματικό επεισόδιο μιας κοινής μάχης για απελευθέρωση. Μπορούμε να φέρουμε και άλλα τέτοια παραδείγματα με περισσότερο διδακτικό περιεχόμενο, αλλά μείναμε σε αυτό μόνο, καθώς φαίνεται ξεκάθαρα ο προωθητικός χαρακτήρας της τρομοκρατίας για την οποία πρέπει να πούμε μερικά ακόμα πράγματα. Μερικές φορές διάφορες παραδοχές, οι αλήθεια είναι φωνακλάδικες, ότι η τρομοκρατική δραστηριότητα αναπτύσσει στις μάζες μια παθητικότητα καθώς οι ηρωικές πράξεις τους εκπαιδεύουν τον λαό να εναποθέτει όλες του τις ελπίδες στην “εκτελεστική επιτροπή” της “στρατιωτικής οργάνωσης” – η οποία θα νικήσει τον εχθρό και θα απελευθερώσει υποτίθεται τον λαό – και η λογική αυτή υποτίθεται πως σκοτώνει στον λαό την ζωτικότητα και το επαναστατικό του νεύρο. Επαναλαμβάνουμε πως τέτοιο ζήτημα δεν υφίσταται, και είναι δύσκολο να αποφασίσουμε ακριβώς, τι πρέπει να πούμε και πιο είναι το συμπέρασμα από τις άνωθεν απόψεις ανθρώπων της καρέκλας και του καναπέ που είναι διαχωρισμένοι από την πραγματική ζωή, και σε τι είναι ακριβώς χρήσιμες αυτές οι επινοήσεις. Αλλά ως προς αυτό υπάρχουν και κάποια δεδομένα που προσθέτουν στην εικόνα μας κάτι άλλο.
Αυτό αφορά πριν απ’ όλα την ιστορία της οργάνωσης “Λαϊκής βούλησης”3. Όλη η μέχρι τώρα εμπειρία μας καταμαρτυρεί το γεγονός πως η τρομοκρατική πάλη δεν μειώνει την επαναστατική ενέργεια, αλλά αντιθέτως στο ανώτερο της επίπεδο στηρίζει το ψυχικό σθένος των επαναστατών, φλογίζει το ηρωικό πνεύμα και τον ενθουσιασμό σε όλες της καρδιές και ωθεί στην δράση, στο βαθμό των δυνάμεων τους, ακόμα και τα πιο αδύναμα και μη ενεργά κομμάτια της κοινωνίας. Σε σχέση με άλλους Ρώσους φιλελεύθερους εμείς έχουμε ένα κοινωνικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί μέτρο σύγκρισης της ουσιαστικής κοινωνικής δραστηριότητας, επειδή από μόνο του αυτό το στοιχείο είναι που τροφοδοτεί την επαναστατικοποίηση. Και ποιο είναι αυτό; Είναι γνωστό σε όλους πως οι Ρώσοι φιλελεύθεροι περισσότερο από ποτέ στελεχώνουν και ατσαλώνουν το επαναστατικό πνεύμα και τις επαναστατικές τάσεις έτσι ώστε αυτές να εμφανίζονται πλέον ως πραγματική κοινωνική δύναμη, ειδικά προς το τέλος της δεκαετίας του 1870 και στην αρχή του 80. Δηλαδή αυτό αφορά στην εποχή με την πιο έντονη τρομοκρατική δράση η οποία, σύμφωνα με τη γνώμη των νεώτερων κριτικών της τρομοκρατίας, έπρεπε να αποδυναμώσει το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα και την δραστηριότητα του. Η τρομοκρατία αναβάθμισε την πολιτική ενέργεια ακόμα και των ίδιων των φιλελεύθερων, ενώ με την μείωση της, εξανεμίστηκε και η ενέργεια τους. Αλλά αν αυτή είναι τελικά η επίδραση της τρομοκρατίας σε αυτό το μη επαναστατικό στρώμα της γενικότερης ρωσικής αντιπολίτευσης, τότε ακόμα μεγαλύτερη επίδραση θα πρέπει να έχει στο ριζοσπαστικό κομμάτι της ρωσικής διανόησης. Περί αυτής της επίδρασης η ιστορία έχει φυλάξει μέσα της πανέμορφα διατυπωμένες αποδείξεις στα γραπτά της Bέρας Ζασούλιτς,4 αποδείξεις που παρά την αξία που έχουν στα μάτια, μας, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να υποψιαστεί την συγγραφέα για κάποιου είδους υπέρμετρη προσκόλληση στην τρομοκρατική δράση.[2] Η αλήθεια είναι πως το άρθρο στο οποίο παραπέμπω έχει γραφτεί πριν καιρό, όταν η Β. Ζασούλιτς ακόμα δεν μετείχε στο “Σοσιαλεπαναστατικό Κόμμα”, και δεν είχε γνωριστεί το γερμανικό κοινό (στο περιοδικό “Neue Zeit”), με την δραστηριότητα των Ρώσων τερροριστών μέσω των μεταφρασμένων άρθρων της “Ισκρα” και δεν είχε ακόμα σχηματίσει μια άποψη η οποία βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ιστορική πραγματικότητα. Αλλά τότε η αναμνήσεις της ακόμα ήταν νωπές, και σαφώς έχουν μεγαλύτερη αξία για εμάς αυτές οι πρώιμες μαρτυρίες. Εδώ ο λόγος γίνεται φυσικά για την παραποίηση των γεγονότων και όχι για το ποια είναι τα πρακτικά συμπεράσματα από αυτές.
“Η ηρωική μάχη των τερροριστών – μας λέει η ίδια για την εποχή των ναροντνικών – εξακολουθούσε να διατηρεί στον δρόμο της αστικής οδού, αρκετούς ειρηνικούς κατοίκους φιλελεύθερους, είχε μια κάποια απήχηση στους αξιωματικούς και ανησυχούσε βαθιά τον φοιτητικό κόσμο. Ούτε στο ελάχιστο δεν αμφιβάλω, ότι μέσα σε τρία χρόνια τρομοκρατικής δράσης υπήρξαν πολλές φορές, στις οποίες η διανόηση της Πετρούπολης – και γιαυτό είναι σημαντική – βρισκόταν σε τέτοιο επίπεδο αναβρασμού, που ακόμα και η πιο προωθημένη φράξια της εργατικής τάξης που μέχρι πρότινος βρισκόταν πέραν από την σοσιαλιστική ρητορική, τελικά συνήθισε η εργατική τάξη της Пετρούπολης στην ρητορική περί αυτονομίας της εργατικής τάξης. Με άλλα λόγια αν υπήρξε τότε στην Πετρούπολη η πιθανότητα μιας εξέγερσης, η οποία να έθετε μπροστά τα αιτήματα της ελευθερίας και των λαϊκών αντιπροσώπων, οι διανοούμενοι της πόλης έπαιξαν εξαιρετικά τον ρόλο τους. Ο φοιτητικός κόσμος εξ αρχής υπήρξε αυτός που διαφύλαξε τις ιδέες της εξέγερσης και την πυροδότησε. Σημαντικό κομμάτι των αξιωματικών προσπάθησε απρόθυμα να σταματήσει την εξέγερση δίνοντας της συνεπώς το χρόνο να επεκταθεί περαιτέρω. Οι φιλελεύθεροι από τη μεριά τους έθεσαν τόσες επερωτήσεις και διακηρύξεις – σε μια τέτοια στιγμή αυτό ήταν εντελώς ακίνδυνο – και τελικά έτσι έκαναν ότι μπορούσαν για να βοηθήσουν την εξέγερση”. Κατ’ αυτό τον τρόπο, “η τρομοκρατία και όλα όσα προκάλεσε προς αυτή τη γενικότερη διάθεση, ήταν μια πραγματική καταιγίδα”. Το πρόβλημα ήταν μόνο στο γεγονός ότι αυτή η καταιγίδα τελικά εξαντλήθηκε σε έναν κλειστό θύλακα, χωρίς να έχει επαρκή στήριξη από την ευρύτερη εργατική τάξη. Μια στήριξη η οποία σήμερα γίνεται όλο και δυνατότερη κάθε μέρα. Αλλά “χωρίς καμιά σχέση με την εργατική τάξη, τι θα μπορούσε να κάνει αυτή ειρηνική διανόηση που αναστατώνονταν από την τρομοκρατία; Τι θα μπορούσε να κάνει αυτή η μάζα των φοιτητών που είχε φτάσει η ίδια στο απροχώρητο;”
Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως και στον φοιτητικό κόσμο, και στην διανόηση και τους φιλελεύθερους η τρομοκρατία λειτούργησε εποικοδομητικά. Μια άλλη ιστορική απόδειξη αυτού, όχι με μικρότερη αξία, η οποία μας γνωρίζει με την επίδραση που είχε η ναροντνική τρομοκρατία πέρα από την Ρωσία και πως αντικατοπτριζόταν η μάχη των ρώσων τερροριστών στα κοινωνικά κινήματα των δυτικών χωρών. Αυτό προκύπτει από τα γραπτά του πρωτεργάτη του δυτικού ορθόδοξου Μαρξισμού Καρλ Κάουτσκι, τον οποίο ακόμα και οι ποιο ορθόδοξοι από τους ορθόδοξους, δεν υποψιάζονται για κάποιου είδους κλίση προς την τρομοκρατία. “Ήδη μια φορά – λέει ο Κάουτσκι στο άρθρο “ο σλαβικός κόσμος και η επανάσταση” [3] – στο τέλος της δεκαετίας του 70 και στην αρχή του 80 η ηρωική μάχη των Ρώσων επαναστατών προξένησε την κατάπληξη όλης της Ευρώπης και αποτύπωσε την επιρροή της στα κινήματα όλων των πολιτισμένων χωρών. Σε άμεση αντιστοιχία με την μάχη και τον θάνατο της Παρισινής κομμούνας, σε αντιστοιχία με την θρυλική ανάπτυξη του γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στην μάχη της ενάντια στον “υψηλότατο” Μπίσμαρκ, τίποτα δεν επηρέασε τόσο γόνιμα τα σοσιαλιστικά κινήματα του 70′ και του 80′, τίποτα δεν τους χάρισε τέτοια ζωντάνια και αυτοθυσία όπως αυτή η κατά τα άλλα άνιση μάχη την οποία διεξήγαγαν μια χούφτα Ρώσοι επαναστάτες ενάντια στο κυρίαρχο καθεστώς της μοναρχίας και στην οποία κατά καιρούς γνώρισαν μεγάλες νίκες”. Κατά αυτό τον τρόπο, και το ευρωπαϊκό προλεταριάτο κατανοούσε την σημασία του αγώνα των Ρώσων επαναστατών, εμπνεύστηκε από αυτό και ένιωθε τον ισχυρό δεσμό με το δικό του μαζικό κίνημα. Και μόνο το ρωσικό επαναστατικό προλεταριάτο, που έχει ακούσει πολλούς επαίνους και κολακευτικά λόγια από τους εκπροσώπους της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, ότι αποτελεί ηγέτη του απελευθερωτικού αγώνα και είναι φυσικός φορέας ενός πραγματικά επαναστατικού πνεύματος, δεν μπορεί ωστόσο, να απελευθερωθεί από την προσβλητική υπόθεση ότι αποτελεί κάποια ατυχή εξαίρεση στις τάξεις των αγωνιστών της ελευθερίας. Αυτοί που τα λένε αυτά δεν μπορούν ούτε να κατανοήσουν την έννοια του τρομοκρατικού αγώνα, ούτε να εμπνευστούν από ένα τολμηρό παράδειγμα. Κάτω από αυτή την πολιτική ανάλυση υφέρπει μια καθόλου κολακευτική υποψία και από αυτή προκύπτουν επικίνδυνες απόψεις, ότι η τρομοκρατία ανάγκασε το προλεταριάτο να χάσει την πίστη στον εαυτό του και να τα εναποθέσει όλα στον “στρατιωτικό κλάδο”, ο οποίος υποτίθεται θα τους απελευθερώσει και θα αντικαταστήσει τον ιστορικό του ρόλο! Δεν είναι συκοφαντία αυτό για αυτόν που προσποιείται ότι είναι ο πραγματικός τους εκπρόσωπος; Αν ανάλογες γραφειοκρατικές επινοήσεις συχνότερα έρχονταν αντιμέτωπες με τα γεγονότα της πραγματικής ζωής, αναμφίβολα πολλές προκαταλήψεις και επινοήσεις θα εξαφανίζονταν σύντομα χωρίς να αφήσουν ίχνος πίσω τους, προς όφελος τελικά της επαναστατικής υπόθεσης. Η παρούσα εμπειρία, σε αναλογία με την ζωή, δίνει αρκετά δείγματα για μια τέτοια επαλήθευση. Ήταν για παράδειγμα, η δολοφονία του Μπογκολέποφ5 από τον Καρπόβιτς6, ένα γεγονός που περιόρισε το μαζικό κίνημα των φοιτητών; Δεν είναι αλήθεια πως κάτι τέτοιο αποτέλεσε το σύνθημα για μια ταχύτερη, δυνατότερη άνοδο του φοιτητικού κινήματος; Είναι αλήθεια άραγε πως ο θάνατος του Σιπιάγκιν από το χέρι του Μπαλμάσεβ εμφύσησε παθητικότητα στην ρωσική κοινωνία; Σαφώς κάτι τέτοιο δεν είναι αλήθεια: αυτό το γεγονός ταρακούνησε όλα τα στρώματα της κοινωνίας, όλες τις γωνιές της και σαφώς αύξησε την κοινωνική συμπάθεια προς την επανάσταση. Πρέπει να αναλογιστούμε επίσης πόση έμπνευσή και ενθάρρυνση έδωσε αυτή η εντύπωση στους Εβραίους εργάτες η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Λεκκέρτ7 αυτό είναι εμφανές ακόμα και στις εφημερίδες της ηγεσίας του Μπουντ που ζούσε πλέον στο εξωτερικό, οι οποίοι υπό άλλους όρους ήταν αξιακά ενάντια στην τρομοκρατία. Δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε, ότι μια τέτοια αίσθηση προκαλεί και η δράση της δικής μας στρατιωτικής οργάνωσης στους κυβερνητικούς ιθύνοντες του του Ζλαταούστ. Προκύπτοντας από τις ανάγκες του μαζικού κινήματος, γίνεται κατανοητό ως κομμάτι του μαχόμενου προλεταριάτου και αντιστοιχεί στην ψυχολογική του σύνθεση που απαιτεί να δοθεί μαι απάντηση στον εχθρό. Ανανεώνει την επαναστατική ενέργεια των εργατικών μαζών. Ας ακουστεί λοιπόν αυτή η απάντηση εκκωφαντικά σε όλη τη Ρωσία, στα αφτιά των δημίων και των κυβερνώντων. Και η μαχόμενη εργατική τάξη, με κάθε δικαίωμα ορθώνεται όλο και ψηλότερα στο άκουσμα των νέων επιτυχιών της επανάστασης, στην επίδειξη της δύναμης και της ενέργειας που βλασταίνει και δυναμώνει τον στρατό του επαναστατικού σοσιαλισμού.
Μάιος 1903.
Σημειώσεις αρχικού κειμένου: 1. Εφημερίδα «Ίσκρα» «Περί διαδηλώσεων», No 19 2. Δες. Το άρθρο της «Επαναστάτες από τα αστικά στρώματα», περιοδικό «Ο σοσιαλδημοκράτης». No 1. σσ. 77–78. 3. Δες. Την μετάφραση της στην «Ίσκρα» No 18.
Σημειώσεις Μεταφραστή
1ΣτΜ. Южный рабочий-Yuznij Rabotsii-ο Νότιος Εργάτης. Εφημερίδα του Ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού εργατικού Κόμματος που έβγαινε μέχρι το 1903 στο Ντνέπρ της σημερινής Ουκρανίας. Είχε μετριοπαθείς θέσεις, ενάντια στον κομματικό συγκεντρωτισμό αλλά και στην τρομοκρατία ως μέσο πάλης.
2Степан Валерианович Балмашев-Στεπάν Βαλεριάνοβιτς Μπαλμάσεβ. Νεαρός φοιτητής, ναροντνικός, ο οποίος το 1902 δολοφόνησε τον υπουργό εσωτερικών Ντμίτρι Σιπιάγκιν. Εκτελέστηκε δια απαγχονισμού τον Μάιο του 1902 στο Shlisselburg, κοντά στην Αγ. Πετρούπολη.
3Η γνωστή επαναστατική οργάνωση “Narodnaza Volya” από την οποία πήραν το όνομα τους οι Ναροντικοί.
4Бера Жасулич- Από της παλαιότερες επαναστάτριες στην Ρωσία, θα ξεκινήσει την δραστηριότητα της τον 19ο αιώνα και θα πεθάνει ηλικιωμένη λίγο μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Στην αρχή της ζωής της ήταν τερρορίστρια με το μέρος των ναροντνικών αλλά στην συνέχεια εντάχτηκε στους σοσιαλεπαανστάτες.
5Никола́й Па́влович Боголе́пов-Νικολάι Πάβλοβιτς Μπογκολέποφ. Υπουργός παιδείας στην Ρωσική Αυτοκρατορία το 1898-1901, γνωστός για την σκληρή καταστολή που άσκησε στις φοιτητικές διεκδικήσεις. Εκτελέστηκε το 1901 από τον Καρπόβιτς.
6Пётр Владимирович Карпович-Πιότρ Βλαντιμίροβιτς Καρπόβιτς. Φοιτητής, μέλος του σοσιαλιδημοκρατικού κόμματος, θα εκτελέσει το 1901 τον υπουργό παιδείας. Θα μπει στη φυλακή αλλά τελικά θα φύγει στην
7Гриш Леккерт-Γρις Λεκκέρτ, μέλος του εβραϊκού σοσιαλιστικού συνδικάτου Μπουντ, θα ηγηθεί εξεγέρσεων και θα αποπειραθεί το 1902 να εκτελέσει τον ρώσο στρατιωτικό Φον Μπάλια. Θα συλληφθεί και εκτελεστεί δια απαγχονισμού. Η πράξη του άσκησε ιδιαίτερη πίεση σε όλα τα επαναστατικά κόμματα της εποχής, και ανάγκασε το ίδιο το Μπουντ, που τυπικά ήταν ενάντια στην τρομοκρατία να λάβει απόφαση ότι σε ακραίες περιπτώσεις η οργάνωση θα πρέπει να μπορεί να συγκροτήσει “ομάδες οργανωμένης αντεκδίκησης”.