О βογομιλικός μύθος

Αποδομώντας τον μύθο της ριζοσπαστικότητας του Βογομιλισμού

Εισαγωγικά

Στην βαλκανική βιβλιογραφία, και συνεπώς στην ελληνική, καμία άλλη αίρεση δεν έχει προσελκύσει τόσο ενδιαφέρον όσο ο Βογομιλισμός, καθώς θεωρείται υπό μία έννοια τοπικό φαινόμενο, γέννημα της ευρύτερης περιοχής. Άρθρα, μπροσούρες, είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή, αναπαριστούν τον Βογομιλισμό ως μια πρώιμη μορφή αναρχισμού ή σοσιαλισμού, και η ηλεκτρονική υπερπληθώρα τους κάνει το επιχείρημα να μοιάζει τουλάχιστον δόκιμο. Η συγκρότηση μιας πολιτικής θεωρίας που να αφορά την ουτοπική ριζοσπαστική ενόρμηση, δεν μπορεί να είναι ξέχωρη από ένα ξεκαθάρισμα της ιστορίας της, από μια ανασυγκρότηση του τι ανήκει και τι δεν ανήκει στις μεταμορφώσεις της. Σκοπός μου εδώ είναι να δείξω εν συντομία γιατί η συνήθης αναπαράσταση και μυθοποίηση του Βογομιλισμού είναι ανακριβής αλλά και να οριοθετήσω σε ποιο βαθμό ο ίδιος μπορεί να θεωρηθεί κομμάτι της μακραίωνης χιλιαστικής και ουτοπικής ορμής της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι το κείμενο χωρίζεται σε τρία μέρη τα οποία αφορούν i) μια όσο το δυνατόν ακριβέστερη εν συντομία παρουσίαση του δόγματος και της ιστορικής συνθήκης του ii) μια αποδόμηση της θεωρίας του και iii) μια σύντομη παρουσίαση των καταβολών της σύγχρονης μυθοπλασίας.

i. Ο Βογομιλισμός

Η ιστορία του Βογομιλισμού ξεκινά στα τέλη του 10ου αιώνα, στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας, υπό τη διοίκηση ή επιρροή του Βυζαντινού κράτους. Το όνομά του, προέρχεται από τα σλαβικά συνθετικά Bog- Θεός, και milovati- αγαπώ, δείχνω έλεος. Από αυτό το συνθετικό μάλλον προκύπτει και το όνομα του φερόμενου ως πρώτου κήρυκα της πίστης αυτής, του σλάβου ιερέα Bogomil. Ήδη τότε η περιοχή είχε μακρά παράδοση τόσο στις εξεγέρσεις ενάντια στην κεντρική διοίκηση όσο και σε αιρετικά κινήματα. Για την εξέλιξη του Βογομιλισμού, καθοριστικό ρόλο θα παίξει η μακρά παράδοση διυστικών θεολογικών και φιλοσοφικών ιδεών που προέρχονται από τη μέση Ανατολή, τον Ζωροαστρισμό και τον Γνωστικισμό της Αιγύπτου. Επίσης, ο δυισμός φαίνεται να ήταν γνωστός στους σλάβους ήδη από την εποχή του δικού τους παγανισμού. Οι Μανιχαίοι και οι Παυλικανοί, συγγενείς αιρέσεις που υπάρχουν ήδη από τον 4ο αιώνα στη Μικρά Ασία αναπαριστούν τον κόσμο ως μια σύγκρουση ισάξιων δυνάμεων, του καλού και του κακού.1 Μέσα σε αυτό το μυθολογικό πλαίσιο υπεισέρχονται ζητήματα της καθημερινής ζωής, τα οποία αναπόφευκτα είχαν κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα: ο κόσμος που ζούσαν, γεμάτος πόνο, πόλεμο, φεουδαρχική εκμετάλλευση και φτώχεια, ταυτιζόταν εύκολα με το κακό, με ένα δημιούργημα σατανικών δυνάμεων. Εκπρόσωποι αυτής της κατάστασης δεν θα μπορούσαν να είναι άλλοι από τους κρατικούς και επίσημους εκκλησιαστικούς θεσμούς, οι οποίοι σχεδόν πάντα εμφανίζονταν ως αρωγοί των πρώτων.

Η σύγκρουση αυτή εμφανιζόταν και στην φιλοσοφική-θεολογική διάσταση. Ο θρησκευτικός δυισμός έδινε αφενός την ικανότητα επιλογής στον πιστό να επιλέξει μεταξύ καλού και κακού, αφετέρου το κακό, καθώς θεωρούταν ότι σχετιζόταν άμεσα με τον υλικό κόσμο, δεν αποτελούσε επιλογή του πιστού. Ο πιστός ήταν έρμαιο ενός κακού επίγειου κόσμου εν γένει, και μόνο με μεγάλη δυσκολία και προσωπική προσπάθεια μπορούσε να ξεφύγει. Αντιθέτως η θεολογία της επίσημης εκκλησίας και η πολιτική θεωρία που σχετιζόταν με αυτή από την εποχή του Αυγουστίνου ήταν λίγο διαφορετικές. Το επιχείρημα που διατυπώνεται στο De ciuitate Dei contra paganos, ευρύτερα γνωστό και ως η Πολιτεία του Θεού, ήταν ότι ο επίγειος κόσμος είναι οργανωμένος κατ’ εικόνα της ευταξίας του ουράνιου, και συνεπώς το κακό δεν έχει οντολογική βάση. Το περίφημο δόγμα των επίσημων θεολόγων περί ελεύθερης βούλησης έβλεπε το κακό ως “απουσία καλού” και στην ουσία ενοχοποιούσε τον πιστό, για οποιαδήποτε πράξη ή επιθυμία δεν συνέπιπτε με την κυρίαρχη ιδεολογία. Ο «αμαρτωλός», ο «παραβάτης» κοκ ήθελαν οι ίδιοι ελεύθερα να είναι αμαρτωλοί και συνεπώς έπρεπε να δικαστούν. Ο επίγειος κόσμος είναι ο βέλτιστος δυνατός κόσμος ενός παντοδύναμου θεού και η αντίσταση θεωρούταν παραφροσύνη, μια παραφροσύνη όμως που έχει επιλεχθεί. Αντιθέτως ο Βογομιλισμός διέσωζε μια κριτική της πραγματικότητας, την αντίληψη ότι η (υλική) πραγματικότητα επιβάλλεται στο άτομο.

Έτσι η επίσημη εκκλησία, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, προωθούσε το δόγμα, ένας θεός στον Ουρανό, ένας αφέντης επί Γης, ενώ οι δυιστικές θρησκείες, σε συντριπτική πλειοψηφία δόγματα διαδεδομένα στα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας, είχαν μια συγκρουσιακή κοσμοθεωρία: ο κόσμος φτιάχτηκε ως καλός και τέλεια αρμονικός από τον Θεό, αλλά προδόθηκε από τον υιό του τον Δημιουργό όπως τον ονόμαζαν, ο οποίος δημιούργησε τον ορατό υλικό κόσμο που ζούμε και σχεδόν όλους τους επίγειους θεσμούς. Έτσι ο κόσμος ερμηνευόταν ως μια σύγκρουση δυνάμεων, και σε αυτή τη σύγκρουση η εκκλησία, η ιδιοκτησία, ο πόλεμος, οι κοινωνικές και έμφυλες ανισότητες, ο γάμος, η εργασία, ήταν κομμάτια του κόσμου του πόνου, του δικού μας κόσμου, και συνεπώς αντικείμενα κατακριτέα. Οι διυστικές αντιλήψεις τραβούσαν την καχυποψία προς την ύλη που χαρακτήριζε τον πρώιμο χριστιανισμό και τον νεοπλατωνισμό, μέχρι τα άκρα των πρακτικών της συμπερασμάτων, δηλαδή την απόρριψη όλου του επίγειου κόσμου. Αντιθέτως η εκκλησία, ως επίσημος θεσμικός φορέας εξουσίας και έγγειας ιδιοκτησίας, έπρεπε κάπως να χαλαρώσει την κριτική της προς τον υλικό κόσμο.

Αυτές τις γενικές θέσεις συμμερίζονταν τόσο οι Μανιχαίοι και οι Παυλικανοί όσο και οι Βογόμιλοι. Ο βαθμός και ο τρόπος με τον οποίο ο Βογομιλισμός επηρεάστηκε από αυτά τα προγενέστερα δόγματα, είναι ακόμα υπό συζήτηση, όπως επίσης και το κατά πόσο όλα αυτά τα δόγματα συνέχισαν μια στην ουσία παγανιστική θεωρία που προϋπήρχε στην ανατολική και σλαβική κοσμοθεωρία. Γεγονός παραμένει όμως ότι οι Βογόμιλοι είχαν έναν πιο μετριοπαθή δυισμό, ενώ είχαν ενσωματώσει και αρκετά χριστιανικά δόγματα. Δέχονταν την Καινή Διαθήκη και απέρριπταν την Παλαιά στη βάση ότι η Παλαιά αποτελεί τεκμήριο μιας πολεμικής και εκδικητικής θρησκείας, ενώ η Καινή έχει περισσότερο χαρακτήρα ελέους. Παράλληλα διάβαζαν και απόκρυφα κείμενα τα οποία είχαν γνωστικές επιρροές, όπως το λεγόμενο «Ευαγγέλιο του Θωμά», το οποίο περιείχε μια κομβική φράση για τη βογομιλική κοσμοθεωρία «Ο Χριστός είπε: είμαι τα πάντα, κόψε ένα κομμάτι ξύλο και θα με βρεις μέσα, σήκωσε μια πέτρα, και είμαι από κάτω».2 Στη βάση αυτής της φράσης, οι Βογόμιλοι έβρισκαν την θεολογική απόδειξη για να απορρίψουν την θεσμοθετημένη εκκλησία και να κηρύξουν αφενός την προσωπική αναζήτηση του καλού, αφετέρου οδηγούνταν σε μια ανιμιστική αγιοποίηση της φύσης, μια άρνηση της σκληρής εργασίας, στην φυτοφαγία και στην άρνηση του φόνου, καθώς και σε έναν γενικότερο ασκητισμό.3 Από αυτή τη φράση προέκυπτε και μια γενικότερη τάση προς εξίσωση, καθώς αν όλα τα πράγματα περιέχουν ένα κομμάτι του Θεού, τότε ούτε τα ζώα, οι άνθρωποι και τα φύλα μπορούν να είναι άνισα μεταξύ τους. Είναι γεγονός ότι στις Βογομιλικές κοινότητες οι γυναίκες γνώρισαν την πρώτη τους μερική χειραφέτηση, ικανές να λαμβάνουν θέσεις πνευματικής καθοδήγησης και να μην είναι δεσμευμένες στο γάμο.4

Η αντίφαση στη Βογομιλική θεωρία εδώ είναι εμφανής. Ο κόσμος από τη μια θεωρείται δημιούργημα του κακού, αλλά καθώς ο δυισμός τους ήταν μετριοπαθής, ταυτόχρονα θεωρούταν ότι περιέχει και ψήγματα του καλού που με τις σωστές πρακτικές μπορούν να αναδειχθούν. Σε αυτό το σημείο, αρχίζει το πρόβλημα, το οποίο συνήθως παραβλέπεται.

ii. Προς μια αποδόμηση του Βογομιλικού μύθου

Όσο εξουσιαστική και αν ήταν, η επίσημη θεολογία υπήρξε ένα καλά οργανωμένο σύστημα πεποιθήσεων που στήριξε την κρατική εξουσία του μεσαίωνα για χίλια χρόνια. Ο Βογομιλισμός από την άλλη ήταν ένα αμάλγαμα πεποιθήσεων το οποίο παρά την εξέλιξη που γνώρισε δεν κατάφερε να μειώσει τις εσωτερικές εντάσεις του. Σίγουρα, όπως και με άλλες αιρέσεις, ο Βογομιλισμός αποτέλεσε έκφραση της γενικότερης δυσαρέσκειας της εποχής προς την πολιτική και οικονομική οργάνωση της κοινωνίας, η οποία τότε είχε μεταξύ άλλων θρησκευτικό χαρακτήρα. Πρέπει να τεθεί όμως το ερώτημα αν ήταν σε σχέση με την εποχή του πραγματικά απελευθερωτικός ή αν ήταν τελικά ένα μετριοπαθές κίνημα.

Αυτό το οποίο ποτέ δεν εξετάζεται σε σχέση με τον Βογομιλισμό είναι το ακριβές περιεχόμενο της διδασκαλίας του. Αντιθέτως, για να χτιστεί ο «απελευθερωτικός» μύθος του πρώιμου αναρχισμού των βαλκανίων υιοθετείται η οπτική γωνία της ίδιας της Βυζαντινής και φεουδαρχικής εξουσίας των Βαλκανίων για τους βογόμιλους, η οποία τους παρουσίαζε σαν μια διαρκή και εκτεταμένη απειλή. Ο μεγάλος αριθμός επιστολών και εγγράφων, σε ένα φάσμα σχεδόν πέντε αιώνων, δείχνει ότι το κίνημα είχε όντως αντοχή και απήχηση. Οι βογόμιλοι εν γένει εξέφραζαν αντικληρικές τάσεις, άρνηση εργασίας, άρνηση στράτευσης και άρνηση φορολογίας. Υπό αυτή την έννοια συνιστούσαν όντως πρόβλημα, αλλά όχι απειλή. Δεν υπάρχει καμία αναφορά ότι ο Βογομιλισμός κήρυξε την ένοπλη σύγκρουση ή την επανάσταση σε καθολικό ή έστω τοπικό επίπεδο για ανατροπή της εξουσίας.5

Στην εξέλιξη του δόγματός του, σταδιακά οι όποιες άμεσες κοινωνικές αναφορές χάθηκαν, και οι υποστηρικτές οργανώνονταν σε μικρές ομάδες που ζούσαν απομονωμένες. Αυτό οδήγησε για ένα μικρό διάστημα την επίσημη εκκλησία και το κράτος να συσχετίσουν τον Βογομιλισμό με το Μοναστικό κίνημα, και την γενικότερη άρνηση εμπλοκής στα εγκόσμια ως μια έμμεση στήριξη στο δόγμα ότι ο υλικός κόσμος είναι προϊόν “σατανικών” δυνάμεων.6 Αυτό στερεί από τον Βογομιλισμό την ριζοσπαστική προοπτική, και μοιράζεται με τις πιο ακραίες τάσεις του χριστιανισμού την ίδια εχθρότητα προς την ύλη, και πιο συγκεκριμένα προς το σώμα και την εικόνα7. Στις ελάχιστες αναφορές που έχουμε για μια πλήρη αποτύπωση του δόγματος τους, βρίσκουμε τα εξής κρίσιμα σημεία: α) Δεν υπήρχε καμία προσδοκία για αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου, που να μπορούσε να συγκροτήσει κοινή βάση για ένα κίνημα. Αντιθέτως οι βογόμιλοι διάγουν ακραία ασκητική ζωή, γεμάτοι άρνηση για οποιαδήποτε επίγεια απόλαυση, γι´αυτό και οι βυζαντινοί αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι είναι δύσκολο να τους ξεχωρίσεις από απλούς ζητιάνους ή ασκητές.8 Η θεολογία τους, την οποία συνοπτικά εκθέσαμε νωρίτερα, ενώ αποφεύγει την κλασική χριστιανική ενοχή, δεν αποφεύγει τον αυτοπεριορισμό, την έχθρα προς το σώμα. Οι βογόμιλοι υποστήριζαν το δόγμα μιας παλαιότερης αίρεσης, των ευχητών, όπου κάθε τι στον υλικό κόσμο βρίσκεται υπό την διαρκή απειλή του κακού και μόνο με συνεχή «προσευχή και νηστεία» μπορεί να αποφευχθεί.9 β) Η αρκετά γνωστή θέση ότι στις βογομιλικές κοινότητες η γυναίκα είχε αναβαθμισμένη θέση έχει μια δόση αλήθειας. Αλλά αυτή η αλήθεια είναι μερική. Οι γυναίκες αφενός μπορούσαν να κατέχουν ιερατικές θέσεις αλλά η γενικότερη ζωή ήταν περιορισμένη ακριβώς λόγω του ακραίου ασκητισμού. Επίσης αυτή η αναβαθμισμένη θέση ήταν στα πλαίσια αυστηρά οριοθετημένων γυναικείων κοινοτήτων.10 Η διαδεδομένη φήμη ότι στους βογόμιλους επικρατούσε σεξουαλική ελευθεριακότητα, προκύπτει κυρίως από τις στερεοτυπικές συκοφαντίες της εκκλησίας ενάντια στους εχθρούς της, και κυρίως από το γεγονός ότι απέρριπταν τον γάμο. Η «σωματική ακολασία» τότε, όπως και τώρα ήταν συνήθης κατηγορία προς τους αιρετικούς. Στις λίγες ψύχραιμες αναπαραστάσεις τους, η εικόνα που μας δίνεται είναι διαφορετική, οι κοινότητες τους ήταν χωρισμένες σε γυναικείες και ανδρικές, και το αν στο εσωτερικό τους επικρατούσε ομοφυλοφιλικός ερωτισμός ως επίσημη πρακτική παραμένει άγνωστο, αν και απίθανο.11 Στη βογομιλική κοσμοθεωρία, η γυναίκα δεν ήταν απολύτως ίση με τον άνδρα, αλλά παράγωγο κατώτερων αγγελικών δυνάμεων.12 γ) Οι βογόμιλοι αν και πολλές φορές συγκρίνονται με τους εβραίους από τους χριστιανούς ιεράρχες, οι ίδιοι δεν ήταν αμέτοχοι στον αντιεβραϊσμό της εποχής, ο οποίος είχε χριστιανική ρίζα. Η εκ μέρους τους απόρριψη της Παλαιάς διαθήκης, οι καταγεγραμμένοι μύθοι τους και η δική τους εκδοχή για τη ζωή του Χριστού, καθώς και το ίδιο το γεγονός της σταύρωσης, τους ωθούσαν στην ταύτιση των εβραίων με δαιμονικά και δολοφονικά στοιχεία. Είναι αμφίβολο το αν υπήρξαν συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων, παραμένει το γεγονός όμως ότι οι αντιεβραϊκές τους τάσεις είναι σαφείς.13

Συνεπώς, στο βαθμό που ο βογομιλισμός προωθούσε μια άλλη μορφή κοινωνικότητας σίγουρα, δημιουργούσε πολιτειακό πρόβλημα. Όμως η επαναστατικότητα του είναι αμφίβολη, ακόμα και για τα δεδομένα της εποχής. Οι βιβλιογραφικές απόπειρες που έχουν γίνει να συνδεθεί το μακραίωνο κίνημα των βογόμιλων -τα τελευταία στοιχεία για την ύπαρξη τους τα έχουμε αμέσως πριν την κατάληψη της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης τον 15ο αιώνα-14 με άλλα επαναστατικά κινήματα στη Ρωσία ή την Κεντρική Ευρώπη, το ρωσικό κίνημα των Strigolki ή τον ριζοσπαστικό προτεσταντισμό του 17ου αιώνα, τους αναβαπτιστές κοκ είναι σύμφωνα με τη σημερινή έρευνα άκυρες υποθέσεις.15 Οι βογόμιλοι έχουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας μεσαιωνικής σέκτας, προοδευτικής σε κάποια σημεία και συντηρητικής σε άλλα, τα μέλη της οποίας στηλιτεύονται από τις αρχές της εποχής ως αιρετικά γιατί «πιστεύουν υπερβολικά». Πάνω σε αυτή τη βάση και διάφοροι ορθόδοξοι μοναχοί, παντελώς άσχετοι με το κίνημα, κατηγορήθηκαν για σχέσεις με τον βογομιλισμό, συνεπώς πολλές φορές δίνεται η εντύπωση στις πηγές ότι οι βογόμιλοι ήταν μια διαρκής διάχυτη επαναστατική απειλή.16 Πρέπει να θυμόμαστε ότι οι αφορισμοί και οι λίβελοι των επίσημων αρχών δεν φημίζονται για την ακρίβεια τους, αλλά συγκροτούνταν συνήθως στη βάση ιστορικών αναλογιών και υπερβολών.

iii. Ο σύγχρονος βογομιλικός μύθος

Ο σύγχρονος βογομιλικός μύθος προέκυψε τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Οι ιστοριογραφίες των ανατολικών χωρών, θέλοντας να συγκροτήσουν μια αφήγηση απελευθερωτικών κινημάτων και γενεαλογιών, άρχισαν να αντικατοπτρίζουν τον Βογομιλισμό ως ένα πρώιμο βουλγαρικό-μακεδονικό κίνημα. Στη αρχή η ιστορία παρουσίαζε την εικόνα μιας αντιβυζαντινής κίνησης, και σε κάποιο βαθμό αντι-ελληνικής. Η σαγήνη των ρώσων και των βούλγαρων ιστορικών με το κίνημα αυτό ξεκινάει όχι τυχαία με την συγκρότηση εθνικής αφήγησης σε αυτές τις χώρες τον 19ο αιώνα. Μια σειρά από ιστορικούς-θεολόγους στη Βουλγαρία, όπως ο Paisy Helindarksy, αρχικά θεωρούσαν τον Βογομιλισμό ειδικά βουλγαρικό φαινόμενο αλλά προβληματικό, στο βαθμό που οδηγούσε σε θρησκευτική αποστασία. Σκοπός τότε του βουλγαρικού εθνικισμού, πριν δηλαδή τους Βαλκανικούς πολέμους, δεν ήταν η θρησκευτική διαφοροποίηση από την Κωνσταντινούπολη αλλά ο αντι-οθωμανικός λόγος, συνεπώς η κατεύθυνση των αναλύσεων ήταν φιλοβυζαντινή. Από το 1850 και μετά, έχουμε την εμφάνιση εκδόσεων βογομιλικών κειμένων, αρχικά για αρχειακούς και ακαδημαϊκούς σκοπούς. Ο Ivan Kukuljevic-Sakcinski και ο Raicho Karolev στη Βουλγαρία, o Osip Bodianski στη Ρωσία, αλλά ακόμα και πολωνοί ιστορικοί δημοσιεύουν είτε έρευνες είτε πρωτογενές υλικό πάνω στο ζήτημα. Ακόμα και αν αυτό το υλικό παρέμενε εχθρικό ως προς το κίνημα, επηρεασμένο βαθιά από τις θέσεις της ρωσικής εκκλησίας, άρχισε να δημιουργείται μια ευρεία συμφωνία ότι υπήρχε κάτι ιδιαίτερα εθνικό και διακριτό σε αυτή την ιστορία. Το 1911, ήδη με τις εθνικές εντάσεις στα Βαλκάνια να γίνονται έντονες, έχουμε και την πρώτη θετική εικόνα του κινήματος στην ιστοριογραφία από τον Marin Drinov, όπου παρουσιάζεται ως ανάχωμα στην είσοδο του Καθολικισμού στη Βουλγαρία, και ταυτόχρονα ως βούλγαροι πρωτο-ανθρωπιστές που έδωσαν τον σπόρο της ιδέας περί κοσμικής εξουσίας στην δυτική Ευρώπη. Πριν τον Β’ΠΠ, στην Βουλγαρία υπήρχε ήδη μια εντονότατη φιλο-βογομιλική αίσθηση στην ιστοριογραφία. Οι περισσότεροι ιστοριογράφοι της εποχής, όπως ο Drinov ή ο Tsonko Popov, αν και μορφωμένοι είχαν επαρχιακό κοινωνικό προφίλ, και σε σύμπνοια με το Βουλγαρικό κράτος της εποχής, άρχισαν να αντιλαμβάνονται τον βογομιλισμό ως μέρος μια «volkisch» εθνικής παράδοσης, από την οποία μπορούσαν να αντλήσουν εθνικές, επαναστατικές και κοινωνικές αφηγήσεις. Τα πολιτιστικά προϊόντα που παρήγαγαν τότε ήταν αφενός ιστορικά βιβλία αλλά κυριότερα, παιδικά μορφωτικά εγχειρίδια. Το 1925, δημοσιεύεται ίσως το σημαντικότερο έργο τέτοιου τύπου το Bogomilski knigi ι legendi-βογομιλικά βιβλία και θρύλοι, του Yordan Ivanov ένα βιβλίο με σοβαρή επιστημονική έρευνα και σχολιασμό, το οποίο έδινε μια καλή ιδέα των σωζόμενων θρύλων και θεολογικών απόψεων της αίρεσης, μέσα σε ένα πλαίσιο εθνικής αφήγησης. Μέσα σε αυτό περιεχόταν και μια μετάφραση του Μυστικού βιβλίου του Βογόμιλων, το οποίο αποτελούσε το βασικό θεολογικό τους κείμενο. Το 1931 θα δημοσιευτεί το Den posleden, den gospoden- η τελευταία μέρα, η μέρα του κυρίου, του Stoian Zagorchinov, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που παρουσίαζε ρομαντικά τη ζωή των βογόμιλων στην βουλγαρική επαρχεία ως μια κοινωνική ουτοπία απόλυτης ισότητας.17

Στη συνέχεια με την εγκατάσταση σοσιαλιστικών καθεστώτων, η εθνική αφήγηση δεν εγκαταλείφθηκε. Αντιθέτως, το έδαφος είχε γίνει ήδη γόνιμο και ο βογομιλισμός παρουσιάστηκε ως μια σλαβική μεσαιωνική εκδοχή του σοσιαλισμού, στη βάση της άρνησης της ιδιοκτησίας. Έτσι οι βογόμιλοι, κίνημα διαδεδομένο στην περιοχή με σαφές ίχνος στις λαϊκές παραδόσεις, απέκτησαν το χαρακτήρα μιας μακροχρονικής πατριωτικής νομιμοποίησης των σοσιαλιστικών καθεστώτων: ο σοσιαλισμός και το σλαβικό στοιχείο είναι σφιχτά δεμένα εδώ και αιώνες. Αυτό ήταν το επιχείρημα της σοσιαλιστικής εποχής. Δεν είναι τυχαίο, ότι ενώ δεν υπάρχει κανένας ιστορικός συσχετισμός, το άλλο χαρακτηριστικό της σλαβικής (κυρίως ρωσικής) ιστορίας, τα λεγόμενα vece, οι μεσαιωνικές συνελεύσεις πολιτών που είχαν αποκτήσει σημαντική δύναμη στο Novgorod, συσχετίστηκαν με τους βογόμιλους για πολιτικούς λόγους. Τυπικό παράδειγμα αυτής της σοβιετικής μαρξιστικής ιστοριογραφίας ήταν ο Dimitar Angelov με το Bogomilstvoto v Bolgariya- ο Βογομιλισμός στη Βουλγαρία,το 1969 και με μια σειρά άρθρων στα ρώσικα όπως το Bogomili v kievskoj RusiΟι βογόμιλοι στην Ρωσία του Κιέβου. Εκεί οικοδομήθηκε η αντίληψη ότι ο Βογομιλισμός ήταν ένα κομμάτι εξεγερτικό, στη μακρά ιστορία χιλιαστικών και ουτοπικών σοσιαλιστικών κινημάτων της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Η ερμηνεία του Angelov, η οποία έγινε πρότυπο για το βουλγαρικό και μακεδονικό εκπαιδευτικό σύστημα, ήταν στην ουσία η σοσιαλιστική εκδοχή του Drinov: οι Βογόμιλοι ήταν βούλγαροι πρώιμοι σοσιαλιστές που εξήγαγαν από το τότε βουλγαρικό κράτος την αιρετική μανία σε όλη την Ευρώπη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τον εξεγερτικό προτεσταντισμό, τον διαφωτισμό και εν τέλει τον ίδιο τον σύγχρονο σοσιαλισμό.18

Σε παρόμοια λογικήστη Γιουγκοσλαβία, στη σοσιαλιστική δημοκρατία της Μακεδονίας, ενώ το καθεστώς δεν ενεπλάκη ενεργά στην προώθηση του Βογομιλισμού, αυτό έγινε από τα κάτω. Ήδη από το 1938, ο Koco Racin, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές και συγγραφείς της χώρας, κομμουνιστής αγωνιστής, θα γράψει τρία εκτενή κείμενα για του βογόμιλους, δύο στα μακεδόνικα και ένα στα σέρβικα. Εκεί εντελώς ξεχωριστά από το βουλγαρικό παράδειγμα, θα αναπτύξει μια παρόμοια επιχειρηματολογία περί βογόμιλων ως επαναστατικών προγόνων, και γηγενών του σύγχρονου σοσιαλιστικού κινήματος. Τα κείμενα αυτά, θα ξαναεκδοθούν το 1966 στα Σκόπια και θα γίνουν αρκετά γνωστά με τις ευλογίες του Κομμουνιστικού Κόμματος.19 Παρ’ όλα αυτά, όπως και η προσέγγιση του Angelov, βασίζονται σε μια βεβιασμένη πολιτική ανάγνωση και σε μια χαλαρότητα στο ζήτημα των πηγών. Από αυτές τις αναφορές κατά βάση, θα αντλήσει τις πληροφορίες της και η ελληνική βιβλιογραφία, και η γενικότερη φήμη τόσο στην «αριστερή ακαδημία» όσο και σε ριζοσπαστικούς χώρους, ότι ο Βογομιλισμός ήταν μια κάποιου είδους αναρχική αίρεση.20

Κλείνοντας

Τι μπορεί να ειπωθεί για τον μεσσιανισμό των βογόμιλων σήμερα; Λίγα πράγματα. Ο σύγχρονος μύθος, ο οποίος εξακολουθεί να κυκλοφορεί μέσα στα κινήματα, βασίζεται σε παρανοήσεις ή σε άγνοια. Ενώ η άγνοια αντιμετωπίζεται εύκολα, οι παρανοήσεις όχι και τόσο. Μέσα τους φωλιάζει ένα αίτημα για εντοπιότητα της επανάστασης, για μια αρχέγονη καταγωγή της και εγγύηση, ότι ήμασταν πάντα επαναστάτες εκ φύσεως. Μια τέτοια επιχειρηματολογία δεν διαφέρει, δομικά τουλάχιστον, από την εθνική ιδεολογία και γι´αυτό όχι τυχαία, ο βογομιλικός επαναστατικός μύθος οικοδομήθηκε προσεκτικά από αυτά τα καθεστώτα που προσπάθησαν να συμφιλιώσουν αντιφατικά το έθνος με την επανάσταση και την ουτοπία. Τελικά απέτυχαν να θεμελιώσουν επαρκώς και τις τρεις κατηγορίες, γιατί πολύ απλά η επαναστατική διαδικασία και ο μεσσιανισμός της, ενώ έχουν ανάγκη από μνήμη, δεν έχουν ανάγκη από μυθοπλασίες που προσφέρουν εγγυήσεις όπως τα έθνη. Σε γενικότερα πλαίσια, η επαναφορά του βογομιλικού επαναστατικού μύθου, έχει να κάνει με μια διαφαινόμενη, όψιμη σαγήνη της επαναστατικής θεωρίας με το θρησκευτικό παρελθόν. Η σαγήνη αυτή, με τη φυγή σε ένα μυθικό θρησκευτικό παρελθόν μιας «επαναστατικής» Εδέμ, είναι σύμπτωμα κρίσης της κριτικής θεωρίας και της επαναστατικής ιστορικής διαδικασίας. Η κρίση είναι απλή: αδυνατούμε σήμερα να οικοδομήσουμε έναν καλύτερο κόσμο, και για να μην χαθεί κάθε ελπίδα, ξαναγυρίζουν κάποιοι σαν ναυαγοί σε ένα «εδώ πάντα υπήρχε και θα υπάρχει επανάσταση».

Δεν θα υποστηρίξω εδώ ότι οποιαδήποτε θρησκευτική διάσταση είναι εντελώς ασύμβατη με την επαναστατική διαδικασία, αλλά όπως και να έχει αυτή η διάσταση είναι περιορισμένη. Σχετίζεται περισσότερο με την απροϋπόθετη ελπίδα, με έναν λυσσαλέο οραματισμό οριστικής κατεδάφισης του καπιταλιστικού και εν γένει εκμεταλλευτικού κόσμου παρά με τον μύθο. Η επανάσταση αντλεί εκλεκτικά τα κομμάτια της από το θρησκευτικό φαινόμενο. Ο Βογομιλισμός ίσως να μπορούσε να βρει τη θέση του, μέσα στην αλληλουχία των προσπαθειών των κατώτερων στρωμάτων της κοινωνίας να δουν κριτικά την κοινωνία που ζουν και να συμφιλιωθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Ήταν σαφώς ένας εκδημοκρατισμός του δόγματος, ένας πειραματισμός των ανθρώπων να φτιάξουν το πρίσμα που βλέπουν τον κόσμο έξω από τους θεσμούς, και όσο πιο συμπεριληπτικά γίνεται. Μοιραζόταν όμως και κοινά, βαθιά προβληματικά στοιχεία με την εποχή του, τα οποία δεν πρέπει να παραβλέπονται. Είναι έτσι ένας μακρινός προπομπός του σύγχρονου τυπικού ανθρωπισμού, ο οποίος όμως όσο εποικοδομητικός και αν είναι, τότε όπως και τώρα, δεν αποτελεί επαρκή συνθήκη για να γεννηθεί κάτι πραγματικά νέο.

1Αναστασία Δ. Βασκαλούδη, Η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο στο πρώιμο Βυζάντιο, Ενάλιος, 2001, σσ 309-314.

2Γνωστικό ευαγγέλιο του Θωμά, γραμμή 77 βάσει του χειρόγραφου που βρέθηκε στο Nag Hammadi το 1945.

3The discourse of priest Cosmas against Bogomils, (930μΧ) σ. 132 στο Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, selected sources, translated and annotated, Manchester University Press, Manchester-New York, 1998.

4Στο βαθμό που γνωρίζουμε οι Βογόμιλοι δεν είχαν οργανωμένο ιερατείο αλλά τρεις βαθμούς “μύησης” οι οποίοι στο υψηλότερο επίπεδο ονομάζονταν “εξέχοντες” ή “τέλειοι”. Δες M. Angelovska, R. Cacanoska, “Historical and Cultural implications of Bogomilism”, Occasional papers on Religion in Eastern Europe, Vol. Iss. 4.σ. 44.

5D. Obonenski, The Bogomils: A Study in Balkan Neo-Manichaeism, Cambridge University press, 2004, σ. 231. Για να υποστηριχθεί ο επαναστατισμός των βογόμιλων συνήθως συγχέονται με τους πιο βίαιους Παυλικανούς.

6Αναστασία Δ. Βασκαλούδη, Η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο στο πρώιμο Βυζάντιο, οπ. σ. 330.

7Alexander Avenarius, Ο βυζαντινός πολιτισμός και οι Σλάβοι, εκ. Παπαδήμα, 2008, σ. 296.

8M. Angelovska, R. Cacanoska, “Historical and Cultural implications of Bogomilism” οπ. σ. 45-46.

9Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, selected source, Ιntroduction,οπ. σσ.28-33.

10Euthimious of Periblepton, (1045 μΧ) στο Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, selected sources, οπ. σ. 159 και introduction σ. 33.

11Οι αφορισμοί και οι λίβελοι εναντίων των Βογόμιλων από την ορθόδοξη και την καθολική εκκλησία ήταν ιδιαίτερα συκοφαντικοί. Οι κατηγορίες ήταν ευφάνταστες, όπως ότι βάπτιζαν τα παιδιά τους με ούρα ή ότι πίσω από τα ιερά τους είχαν τις τουαλέτες τους επίτηδες για να αφοδεύουν δίπλα στα «ιερά σύμβολα». Σε περίπτωση που υπήρχε ομοφυλοφιλικός έρωτας στις κοινότητες τους, δεν θα είχε ξεφύγει από το βλέμμα των ορθοδόξων και θα είχε περιληφθεί στις καταγεγραμμένες κατηγορίες. Η μοναδική κατηγορία τέτοιου είδους που έχω βρει αρχειακά είναι σε ένα έγγραφο το 14ου αιώνα όπου διαβάζουμε για κάποιους μοναχούς ότι μοιράζονται το κρεβάτι με άλλους. Αυτοί κατηγορούνται χωρίς άλλα στοιχεία για συμμετοχή στη συγγενική αίρεση των Ευχητών. Παρατίθεται στα παλαιοσλάβικα στο Jan Mikolaj Wolski, “Autoproscoptae, bogomils and messalians in the 14th century Bulgaria”, Studia Ceranea 4, 2014, σ. 240.

12Georgy Vasilev, “Bogomils, Cathars, Lollords and the high social position of women during the middle ages”, Philosophy and sociology vol.2 no 7 2000, σ. 236.

13Δες Yordan Ivanov, Bogomilski knigi i legendi,Nauka i Iskustvo, Sofia, 1970, σ. 233-234 και Alexander Avenarius, Ο βυζαντινός πολιτισμός και οι Σλάβοι, οπ. σ. 294.

14Christian Dualist Heresies in the Byzantine World, selected source, Ιntroduction, οπ. σσ. 52-55.

15Alexey I. Alexeev, “ A few notes about the strigol’niki heresy” Cahiers du Monde russe, 46/1-2, 2005,σσ-285-296.

16M. Loose, Dualistitseskie eresi srednih vekov, Gnosis, 2017, Moscow, κεφ. 8ο.

17Grazyna Szwat-Gylybowa, Bogomilism: The afterlife of the “Bulgarian” heresy”, Institute of Slavic Studies, Polish academy of sciences, Warsaw, 2017, σσ 51-64

18Αυτ. σσ 117-121

19Koco Racin, Stihovi i proza, Kultura, Skopje, 1966 σσ 140-179 και 180-195

20Δες ενδεικτικά τα Φώτης Κατέβας, Το κίνημα των Βογομίλων και οι κοινωνικές του διαστάσεις, Ευτοπία, τ. 21, 2012 και Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, Βυζαντινή ιστορία (1081-1204), τόμ. Γ1΄, Ιδιωτική Έκδοση, Θεσσαλονίκη 2001.

*Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Περιοδικό πολιτικής θεωρίας, Πανόπτικον

Σχολιάστε