Κόκκινη Αφρική, Μαύρη Πολωνία: αφρικανοί απεσταλμένοι στη σοσιαλιστική Πολωνία

Εικόνες από τις προσπάθειες μιας εξ αρχής χαμένης Ουτοπίας.

Στη σημερινή Πολωνία, που βασανίζεται απο τον καθολικισμό και τον εθνικισμό, και το όνειρο μιας νέας φυλετικής καθαρότητας, πολλές είναι οι ιστορίες πολυπολιτισμικότητας, πλούτου και συναντήσεων που επιμένουν να ξεχαστούν. Σίγουρα μια από αυτές είναι η ιστοριά του Εβραικού πληθυσμού της περιοχής, με την τεράστια ιστορία και την τραγική κατάληξη. Μια άλλη ομως, λιγότερο γνωστή αφορά τα μεταπολεμικά χρόνια. Είναι η συνάντηση για πρώτη φορά της πολωνικής νεολαίας το κομμουνιστικού κόμματος με αντιπροσώπους από αφρικανικές χώρες. Αυτή η συνάντηση στην αρχή εμβρυακή ήταν μια ιστορία γεμάτη αντιφάσεις και φιλοδοξίες. Φιλοδοξίες που είχαν να κάνουν με τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή, τόσο από την ανατολικοευρωπαική όσο και από την αφρικανική πλευρά, όνειρα για τον παγκόσμιο σοσιαλισμό, την πολιτική επιρροή και την ελευθερία. Οι αντιφάσεις αυτής της ιστορίας δεν πρέπει ούτε να εξιδανικευτούν ούτε να απορριφθούν ολοκληρωτικά. Αντιθέτως πρέπει να εξεταστούν με φροντίδα ώστε να δούμε την ουτοπική, επιθυμητική πλευρά τους σε σχέση με την κατάσταση της συγκυρίας, την πολιτική, τους περιορισμούς του εμπράγματου, ταξικού και κρατικού κόσμου.

Ήταν μια σημαντική εποχή για όλους. Στην ανατολική Ευρώπη, τα νέα κομμουνιστικά καθεστώτα είχαν εγκατασταθεί και οι οικονομίες τους βρισκόταν σε άνοδο. Τα δεινά της φτώχειας έμοιαζαν να χάνονται αργά αλλά σταθερά στο ιστορικό παρελθόν, ενώ η συλλογική ευθύνη του ολοκαυτώματος, οι τύψεις και οι ενοχές για το έγκλημα χάνονταν και αυτές. Αυτή ήταν μια διαδικασία αντιφατική: από τη μια το ολοκαύτωμα ξεχνιόταν, από την άλλη όμως αυτό συνέβαινε για να γίνει μια νέα αρχή, οι ναζί, τουλάχιστον οι επιφανείς είχαν δικαστεί, “αυτοί που έκαναν το έγκλημα ήταν κάποιοι άλλοι, εμείς τώρα είμαστε κομμουνιστές, άνθρωποι της επιστήμης και του μέλλοντος”. Έπρεπε όλα να μείνουν πίσω. Στις μάζες καλλιεργούταν συνεπώς όχι η μνήμη αλλά η ελπίδα. Η ελπίδα αυτή λειτουργούσε φυσικά ιδεολογικά. Έκρυβε τον πραγματικά ταξικό χαρακτήρα των κοινωνιών αυτών, τη συμμετοχή των κρατών αυτών σε γεωπολιτικά παιχνίδια και προετοίμαζε τον ιδεολογικό μηχανισμό του καθεστώτος για το μέλλον όταν οι αντιφάσεις αυτές θα γίνοταν πιο ορατές. Μια μερίδα του κόσμου πίστευε πραγματικά στο καλύτερο μέλλον του σοσιαλισμού, άλλοι απλά ήθελαν να ξεχάσουν και να βρουν ευκαιρίες ανέλιξης στο νέο περιβάλλον και το καθεστώς ήθελε να δημιουργήσει εσωτερικά και εξωτερικά μια σφαίρα πιστών.

Στο εξωτερικό, για τις αφρικανικές χώρες, που μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν από την αποικιοκρατία, ή που το τέλος της φαινόταν στον ιστορικό ορίζοντα του κοντινού μέλλοντος αυτό ήταν μια ευκαιρία να συνάψουν συμμαχίες με τις ανατολικές χώρες, τους άμεσους αντιπάλους των δυτικών αποικιακών χωρών. Ήταν ευκαιρία επίσης να εμφανιστούν στα μάτια των ιστορικά εγκαθιδρυμένων εθνών, και αυτές ως έθνη, να παρουσιάσουν τις εθνικές τους αφηγήσεις και να συγκροτηθούν εθνικά. Για τους νέους των περιοχών αυτών ήταν σίγουρα κάτι παραπάνω: η δυνατότητα να ξεφύγουν από το αποικιακό περιβάλλον, να βρεθούν αλλού, να συναναστραφούν με ανθρώπους και θεσμούς που σε επίπεδο διακηρύξεων τουλάχιστον όριζαν την ισότητα, την ισονομία και την ελευθερία, πράγματα που οι αποικιακοί λαοί τα ποθούσαν. Η Πολωνία και η ανατολική Ευρώπη ήταν η δική τους Αμερική, στον μεταπολεμικό 20ο αιώνα. Από το 1955 μέχρι το 1989 χιλιάδες αφρικανοί φοιτητές έμειναν και σπούδασαν στην Πολωνία, έμαθαν πολωνικά και διδάχτηκαν την σοσιαλιστική ιδεολογία των ανατολικών κρατών. Τα ανατολικά κράτη ευελπιστούσαν στην δημιουργία φιλοσοβιετικών μορφωμένων ελίτ στις αφρικανικές χώρες με σκοπό να διαδώσουν εκεί τον σοσιαλισμό ή να φέρουν αυτές τις περιοχές τουλάχιστον γεωπολιτικά στη δική τους πλευρά.

Το καλοκαίρι του 1955 στη Βαρσοβία έγινε το 5ο παγκόσμιο συνέδριο νεολαίας και φοιτητών. Ήταν τότε η πρώτη φορά που μαζί με φοιτητές από τις ανατολικές χώρες, τις κομμουνιστικές νεολαίες της Δυτικής Ευρώπης και της ίδιας της Πολωνίας, οι λευκοί σοσιαλιστές της Ανατολικής Ευρώπης είδαν τον “μαύρο άνθρωπο της Αφρικής” από κοντά. Η επίσημη ιδεολογία τότε, αλλά και μέχρι το 1989 ήταν η ‘σύσφιξη των δεσμών ενάντια στην αποικιοκρατία’. Τότε οι όροι αντι-αποικιακός αγώνας και ‘νεοαποικισμός’ εισήχθησαν μαζικά στο ριζοσπαστικό λεξιλόγιο των κομμουνιστικών κομμάτων που ήταν νόμιμα, ειδικά της Δύσης, με σκοπούς αφενός γεωπολιτικούς αφετέρου μετακίνησης της ταξικής ανάλυσης στο πεδίο και το επίπεδο του κράτους. Πλέον δεν ήταν τάξεις που συγκρούονταν αλλά έθνη κράτη, και μέσα σε αυτό πλαίσιο οι εθνικές τάξεις θα χειραφετούνταν από την “αποικιοκρατία και το κεφάλαιο”, και θα γινόταν πραγματικά ισότιμες. Το σχέδιο αποδείχτηκε αφενός καταστροφικό για την κομμουνιστική θεωρία, ήταν όμως σκληρό και για το βίωμα των ίδιων των ανθρώπων. Όσες παροχές και αν είχαν, οι αφρικανοί ποτέ δεν έγιναν πολωνοί σοσιαλιστικοί πολίτες, ακόμα και όσοι δεν ήθελαν να γυρίζουν πίσω στην Αφρική. Αντιθέτως οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας δεν τους θεωρούσαν ποτέ πολωνούς, τους πίεζαν να γυρίσουν στις χώρες τους για να ‘διαδώσουν το σοσιαλισμό’ ενώ οι μεικτές οικογένειες αν και δεν απαγορεύονταν, σίγουρα αποθαρρύνονταν. Μέχρι και το τέλος του σοσιαλιστικού καθεστώτος, τα πολωνικά περιοδικά φιλοξενούσαν εικόνες αφρικανών με εμφανώς οριενταλιστικές και εξωτικές λεζάντες. Σίγουρα θα ήταν ασυνεπές να πούμε ότι η σημερινή κατάσταση της Πολωνίας, έχει να κάνει με το κλίμα που καλλιεργήθηκε επί σοσιαλισμού, για τον “φυλετικά Άλλο”, κάτι τέτοιο θα πρέπει οπωσδήποτε να λάβει υπ όψη του και την “μετασοσιαλιστική συνθήκη” φαινόμενο ιδιαίτερα πολύπλοκο. Όμως θα πρέπει να δούμε σε αυτή την ιστορία ότι το κράτος έχει στο πυρήνα του μια αξεπέραστη λογική: αυτή του διαχωρισμού. Και αυτό δυστυχώς ίσχυε και τότε.

Τα χαρούμενα κατάλευκα πρόσωπα των πολωνών νέων και των αφρικανών φοιτητών, είναι η μόνη κληρονομία που άφησε ίσως αυτή η συνάντηση, μια συνάντηση αποτυχημένη στο βαθμό που έφερε μόνο αρνητικά αποτελέσματα στην κομμουνιστική υπόθεση σε πρακτικό επίπεδο. Επιτυχημένη όμως στο βαθμό που η αποσιώπηση της, δείχνει ακόμα η εικόνα της φοβίζει, και συνεπώς μέσα της, έστω συμβολικά, χτυπά η καρδιά μιας άλλης επιθυμίας. Και η μνήμη αυτής της άλλης επιθυμίας εξακολουθεί να έχει σημασία.

πηγή Calver journal

Σχολιάστε