Πώς οι κοσμοπολίτες Αρμένιοι μεταξύ Ρωσίας, Ιραν και της επανάστασης των Νεότουρκων οραματίστηκαν μια άλλη νεωτερικότητα στην περιοχή του Καυκάσου
Εισαγωγή του μεταφραστή
Το κείμενο που ακολουθεί είναι της Houri Berberian, καθηγήτριας Αρμενικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Το συγκεκριμένο άρθρο αποτελεί περίληψη του βιβλίου της “Roving Revolutionaries: Armenians and the Connected Revolutions in the Russian, Iranian, and Ottoman Worlds (2019)”. Ένα από τα πολύ σημαντικά συμπεράσματα του βιβλίου είναι παρουσιάζει τις επαναστατικές διαδικασίες στη δυαδικότητα της φύσης τους: ότι οι επαναστατικές διαδικασίες είναι ριζωματικές, διαμορφώνονται μέσα από αυτοσχεδιαστικά δίκτυα και επηρεάζονται πολλές φορές από διαδικασίες οι οποίες δεν είναι συντεταγμένες οργανωτικά σε μια ενιαία ομάδα/επαναστατική οργάνωση. Από την άλλη όμως βασίζονται και στη μεγέθυνση και καταφατική εκμετάλλευση προεπαναστατικών ιδιοτήτων όπως τη γλωσσική (ή πολυγλωσσική) ικανότητα των επαναστατών, τα εθνοτικά ή συγγενικά δίκτυα. Η έμφαση που δίνει η Berberian στον κοσμοπολιτισμό ως στοιχείο διεθνισμού και αντι-ρατσισμού είναι επίσης ενδιαφέρουσα αν και ίσως υπερεκτιμημένη: η θέληση των Αρμενίων ή των Γεωργιανών επαναστατών να ενταχθούν σε ευρύτερα σύνολα της εποχής τους ήταν κάτι που αφενός δεν ασπάζονταν όλοι οι επαναστάτες της εποχής, ακόμα και εντός της ίδιας οργάνωσης, αφετέρου ήταν απόρροια των οικουμενικών, ομοσπονδιακών δικαιωματικών αφηγήσεων της νεωτερικότητας του 20ού αιώνα εν γένει, κάτι που δεν ισχύει πλέον, τουλάχιστον όχι με τον απροβλημάτιστο τρόπο που παρουσιάζεται να ίσχυε τότε. Σήμερα βρισκόμαστε σε μια άλλη εποχή: που είτε καταφάσκει πλήρως στο έθνος κράτος είτε υποστηρίζει την πλήρη διάλυσή του.
Μια μέρα σαν όλες τις άλλες, στις αρχές του 20ού αιώνα στην Τιφλίδα, ο έμπειρος κατασκευαστής βομβών Ροστόμ συναντά τη γυναίκα του στο δρόμο. Η Εγχασπέτ, έκπληκτη από την εικόνα του μακροχρόνια απόντα συζύγου της, ρωτά: «Πότε ήρθες;» Πιθανότατα σε βιάση να συναντήσει τους συντρόφους του, ο Ροστόμ σταματά και απαντά: «Εδώ και επτά μέρες… αλλά ήμουν πολύ απασχολημένος· δεν μπόρεσα να περάσω από το σπίτι.» Μη συγκινημένη ιδιαίτερα από αυτή την απάντηση, η Εγχασάπετ απαντά αδιάφορα αλλά γενναιόδωρα: «Καλά … όταν έχεις χρόνο, πέρνα και από το σπίτι.»
Ο Ροστόμ ήταν το ψευδώνυμο του Στεπάν Ζοριάν (1867-1919) και, όπως πολλοί Αρμένιοι επαναστάτες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, ζούσε μια περιπλανώμενη ζωή. Ταξιδεύοντας συχνά μεταξύ των ρωσικών, οθωμανικών και ιρανικών εδαφών, ανήκε σε μια τάξη περιπλανώμενων Αρμενίων επαναστατών που συνεργάστηκαν ή ανέλαβαν ηγετικούς ρόλους στις ρωσικές, ιρανικές και Νεότουρκικες επαναστάσεις. Μεταξύ 1905 και 1911, αυτές οι αναταραχές συγκλόνισαν τον κόσμο και εισήγαγαν στην περιοχή τις συνταγματικές ιδέες, προσπαθώντας να περιορίσουν την αυθαίρετη εξουσία των αυταρχικών καθεστώτων και να εισαγάγουν τη λαϊκή κυριαρχία.
Και στις τρεις περιπτώσεις, αυτοί οι Αρμένιοι επαναστάτες αναζητούσαν τη θεραπεία για τις κοινωνικές και πολιτικές αδικίες στον συνταγματισμό, στον κοινοβούλιο και σε κάποια μορφή λαϊκής κυριαρχίας. Ήταν, με μια λέξη, δημοκράτες που άφησαν μια σημαντική κληρονομιά αντίστασης στην αυταρχικότητα και μια σταθερή δέσμευση για κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη και πολιτικές ελευθερίες. Η ρωσική επανάσταση του 1905 υπέσκαψε βαθιά την εξουσία του τσάρου και βοήθησε στη δημιουργία μεγαλύτερης ταξικής συνείδησης, η οποία εκδηλώθηκε στην μπολσεβίκικη επανάσταση του 1917. Η ιρανική επανάσταση (Συνταγματική Επανάσταση του 1905-1911) ενσάρκωνε αντι-αυταρχικές και αντι-ιμπεριαλιστικές πολιτικές, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στην ιστορία της χώρας. Άφησε μια μεγάλη κληρονομιά στους Ιρανούς, εμφανή στην πιο πρόσφατη επανάσταση του 1978-9, όταν οι Ιρανοί βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν κατά της κοινωνικής και οικονομικής αδικίας, της πολιτικής καταπίεσης και του νεο-ιμπεριαλισμού. Η επανάσταση των Νεότουρκων τερμάτισε την εξουσία του Οθωμανού Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β’ (1876-1909) και έθεσε τα θεμέλια για το σύγχρονο έθνος-κράτος της Τουρκίας, ορίζοντας την αρχή του τέλους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κάθε μία ήταν μια αιματηρή επανάσταση, είτε από την αρχή είτε στην επακόλουθη φάση της, όπως στην περίπτωση της επανάστασης των Νεότουρκων, η οποία ακολουθήθηκε από τις βίαιες πολιτικές αφομοίωσης, τις μεταφορές πληθυσμών και τη γενοκτονία των Αρμενίων.
Οι ρωσικές, ιρανικές και Νεότουρκικες επαναστάσεις παρήγαγαν έναν ανεμοστρόβιλο ιδεών και δραστηριοτήτων, ενθουσιασμού και ελπίδας, καθώς και βίας που ακολουθήθηκε από άγχος, απογοήτευση και ματαίωση. Οι αγώνες για μια αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ κράτους και υπηκόου, και των ελευθεριών του τύπου, της θρησκείας, της συνάθροισης και ούτω καθεξής, κατέλαβαν τις καρδιές και τα μυαλά των συμμετεχόντων – και των παρατηρητών – καθώς έριχναν ενέργεια και πόρους στον επαναστατικό αναβρασμό. Σε ποικίλους βαθμούς, τα κινήματα περιλάμβαναν τη συνεργασία σε γλωσσικό και εθνοτικό επίπεδο ποικιλόμορφων αυτοκρατορικών υποκειμένων όπως οι Αρμένιοι, όλοι μαγνητισμένοι και εμπνευσμένοι – παρά τις διαφορές τους – από την υπόσχεση ριζικής αλλαγής και την προσαρμογή των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, καθώς και του σοσιαλισμού στις διάφορες παραλλαγές του.
Αν και υπήκοος του Τσάρου, ο Ροστόμ ρίσκαρε τη ζωή του στην υπηρεσία τριών επαναστάσεων σε γειτονικές αυτοκρατορίες. Κατά τη διάρκεια της Ρωσικής επανάστασης, έπεισε τους συντρόφους του της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας (ΑΕΟ) για τη σημασία της συμπερίληψης του Νότιου Καυκάσου στον αγώνα για την απελευθέρωση του αρμενικού λαού από την καταπιεστική εξουσία – τόσο την Οθωμανική όσο και τη Ρωσική. Δύο χρόνια αργότερα, το 1907, ο Ροστόμ συναντήθηκε με τους ηγέτες των Ιρανών συνταγματιστών και συμφώνησε να θέσει την Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (ΑΕΟ), η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε γίνει το κύριο αρμενικό κόμμα, στην υπηρεσία της Ιρανικής Συνταγματικής Επανάστασης (1905-11). Λίγο μετά τη συνάντηση, πήραν τα όπλα μαζί ενάντια στους Ιρανούς φιλοβασιλικούς που προσπαθούσαν να συντρίψουν το συνταγματικό κίνημα. Το 1911, ο Ροστόμ συνέχισε την πολιτική του δράση στην Οθωμανική αυτοκρατορία μετά τη συμμετοχή του κόμματός του στην αποκατάσταση του συντάγματος στην επανάσταση των Νεότουρκων (1908).
Αυτή η περιπλανώμενη ζωή οδήγησε τον Ροστόμ σε δεκάδες πόλεις, από το Καζβίν στο Ιράν μέχρι το Λονδίνο. Όπως και άλλοι Αρμένιοι επαναστάτες, μετακινούνταν από πόλη σε πόλη μέσα σε μέρες, εβδομάδες ή μήνες, και συχνά ταξίδευαν μεταξύ πολλών πολυσύχναστων αστικών κέντρων γεμάτων όχι μόνο με ανθρώπους – ντόπιους και μετανάστες, εξειδικευμένους και ημι-εξειδικευμένους ή ανειδίκευτους εργάτες – αλλά και με ζώα, οχήματα και αγαθά και, στην περίπτωση του Μπακού στο σημερινό Αζερμπαϊτζάν, με τοπικούς και ξένους επενδυτές, εμπόρους πετρελαίου και επαναστάτες. Η φαινομενική ευκολία του Ροστόμ σε διάφορα περιβάλλοντα οφειλόταν στις τοπικές του επαφές και στον πολυγλωσσισμό του, και υποδεικνύει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό αυτών των επαναστάσεων: την κρίσιμης σημασίας κυκλοφορία των ακτιβιστών.
Ο Ροστόμ ήταν ένας από τους δεκάδες επαναστάτες που πέρασαν από αυτές τις επαναστάσεις του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, και οι ιδέες τους για τον συνταγματισμό, τον φεντεραλισμό και τον σοσιαλισμό ταξίδεψαν μαζί τους. Οι πολλαπλές τοποθεσίες που επισκέφθηκαν αυτοί οι ριζοσπάστες ακτιβιστές, και στις οποίες έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν, αντικατοπτρίζουν την έκταση του δικτύου των κομματικών κυττάρων και μελών. Αποκαλύπτουν επίσης τις σημαντικές αλλαγές στις τεχνολογίες παγκόσμιας επικοινωνίας και μεταφοράς που άρχισαν να μεταμορφώνουν ριζικά τις ζωές των ανθρώπων, και οδήγησαν σε αυτό που ο κοινωνιολόγος Ντέιβιντ Χάρβεϊ το 1989 αποκάλεσε «συμπίεση του χρόνου-χώρου» ή την επιταχυνόμενη «συρρίκνωση» του κόσμου. Οι τεχνολογικές εξελίξεις οδήγησαν σε ταχύτερα και επομένως πιο συχνά ταξίδια, είτε με τρένο είτε με ατμόπλοιο, και σε ευκολότερη επικοινωνία, κυρίως μέσω τηλεγράφου, σε μεγαλύτερες αποστάσεις, μειώνοντας έτσι τον χρόνο που απαιτείτο για να φτάσουν οι άνθρωποι σε κοντινές και μακρινές τοποθεσίες. Έδινε την εντύπωση ότι ο κόσμος είχε γίνει μικρότερος επειδή στην πραγματικότητα είχε γίνει πιο προσβάσιμος. Ταυτόχρονα, ο κόσμος φαινόταν να επεκτείνεται επειδή αυτές οι ίδιες τεχνολογίες καθιστούσαν δυνατές μια σειρά από μείξεις ιδεών, συναντήσεις και ανταλλαγές, διευρύνοντας έτσι τους διαθέσιμους ορίζοντες των ανθρώπων. Αυτή η εμπειρία τόσο της συρρίκνωσης όσο και της επέκτασης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη σύνδεση αυτών των επαναστάσεων και έκανε δυνατή την κυκλοφορία των ακτιβιστών καθώς και των ιδεών τους.
Οι περιπλανώμενες πρακτικές αυτών των επαναστατικών κοσμοπολιτών αποκαλύπτουν επίσης την ευρύτερη πραγματικότητα των Αρμενίων υπηκόων της εποχής. Στην αρχή του 20ού αιώνα, οι Αρμένιοι αποτελούσαν μειονότητα στις Οθωμανικές, Ρωσικές και Ιρανικές αυτοκρατορίες. Ο μεγαλύτερος αριθμός Αρμενίων ζούσε στις πατρογονικές του εστίες στη Μικρά Ασία, με μια μικρότερη, εμπορικά και διανοητικά ανεπτυγμένη μειονότητα στα αστικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Είναι αδύνατο να καθοριστεί ο ακριβής αριθμός των Οθωμανών Αρμενίων για αυτή την περίοδο, αλλά φαίνεται ότι ήταν περίπου 2 εκατομμύρια. Μια μικρότερη αρμενική κοινότητα υπήρχε στην κοιλάδα του Αράξη και στην πεδιάδα του Αραράτ, καθώς και στον Νότιο Καύκασο – ιδιαίτερα στην Τιφλίδα και τη Βατούμ (σημερινή Γεωργία), το Ερεβάν (σημερινή Αρμενία), το Κάρς (σημερινή Τουρκία) και το Ελισαβετόπολ/Γκαντζά (σημερινό Αζερμπαϊτζάν) – και αριθμούσε λίγο πάνω από 1 εκατομμύριο. Ενας μικρός πληθυσμός περίπου 70.000 Αρμενίων κατοικούσε σε επαρχίες του Αζερμπαϊτζάν και του Ισφαχάν στο Ιράν.
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είδε μεγάλες αλλαγές για τις Οθωμανικές και Ρωσικές αυτοκρατορίες, όπου ζούσαν οι περισσότεροι Αρμένιοι. Οι πρόοδοι στην εκπαίδευση και η μεγαλύτερη πρόσβαση σε αυτήν, καθώς και η δημοσιογραφική και λογοτεχνική ανάπτυξη, συνέβησαν παράλληλα με μια μεταβαλλόμενη πολιτική κατάσταση τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, η οποία περιλάμβανε ταυτόχρονα μεταρρυθμίσεις και διωγμούς. Οι Αρμένισσες γυναίκες και στις δύο αυτοκρατορίες, την Οθωμανική και την Ιρανική, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διάδοση της εκπαίδευσης, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά για τα κορίτσια, και στην ίδρυση φιλανθρωπικών οργανώσεων. Η εκπαίδευση έπαιξε κυρίαρχο ρόλο στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας και της πολιτικής συνείδησης. Τα σχολεία τους εκπαίδευσαν χιλιάδες Αρμένισσες και Αρμένιους. Στις αρχές του 20ού αιώνα, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των αναταραχών στο Ιράν και στην Οθωμανική αυτοκρατορία, οι Αρμένισσες γυναίκες της μεσαίας και ανώτερης τάξης επεκτάθηκαν στην ενεργό δράση τους προς το γυναικείο κίνημα, προσπαθώντας να φέρουν τα ζητήματα των γυναικών στην προσοχή των ίδιων των γυναικών και να αυξήσουν τη συνείδησή τους.
Η εσωτερική πολιτιστική και πολιτική αφύπνιση των αρμενικών κοινοτήτων συνέπεσε με την διοικητική, οικονομική και στρατιωτική κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το οθωμανικό κράτος προσπάθησε να αναζωογονήσει και να διατηρήσει την αυτοκρατορία μέσω μιας σειράς μεταρρυθμίσεων. Οι μεταρρυθμίσεις των Τανζιμάτ διακηρύχθηκαν μεταξύ 1839 και 1876 σε μια προσπάθεια να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της αυτοκρατορίας και να κερδηθεί η πίστη των υπηκόων της. Υποσχέθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι υπήκοοι θα είχαν ίσες υποχρεώσεις και ευκαιρίες ανεξαρτήτως θρησκείας. Η διαφορά μεταξύ προσδοκίας και πραγματικής εφαρμογής, και μάλιστα η αυξανόμενη κακομεταχείριση και βία κατά του αρμενικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας – πιο εμφανής στις σφαγές των Αρμενίων το 1894-96 – ανάγκασε ορισμένους Αρμένιους ηγέτες, παρόμοια με τους Έλληνες και Βούλγαρους ομολόγους τους, να ζητήσουν βοήθεια από τις δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις καθώς και από τη Ρωσία. Με την αποτυχία της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1880, οι Αρμένιοι δεν εμπιστεύονταν πλέον πλήρως το μέλλον τους στην Ευρώπη, αν και οι ελπίδες και οι προσπάθειές τους συνεχίζονταν.
Οι εξελίξεις στην Οθωμανική αυτοκρατορία παράλληλα με την εφαρμογή των πολιτικών Ρωσοποίησης στην αυτοκρατορία της Ρωσίας στα τέλη του 19ου αιώνα, οι οποίες επιδίωκαν να θέσουν τέλος στην πιθανή απειλή του εθνικισμού των μειονοτήτων ενισχύοντας τη ρωσική γλώσσα, τον πολιτισμό και την εθνική ταυτότητα μέσω της επιβολής τους στους μη ρωσικούς υπηκόους. Στην περίπτωση των Αρμενίων υπηκόων, αυτές οι πολιτικές κορυφώθηκαν με την κατάσχεση των αρμενικών εκκλησιαστικών περιουσιών το 1903. Το αρμενικό επαναστατικό κίνημα αναδύθηκε από μέσα στις οθωμανικές και ρωσικές κοινωνίες. Το 1870, μερικοί νεαροί Αρμένιοι, απογοητευμένοι από αποτυχημένες νομικές προσφυγές και εμπνευσμένοι από τις βουλγαρικές και ελληνικές εξεγέρσεις, άρχισαν τη δεκαετία του 1870 να σχηματίζουν μικρές και μυστικές τοπικές ομάδες στις ανατολικές οθωμανικές επαρχίες της Μικράς Ασίας για να προστατεύσουν τους άοπλους Αρμένιους από πράξεις βίας και εκβιασμού από τους Τούρκους και τους Κούρδους. Αυτές οι οργανώσεις σύντομα οδήγησαν στο Κόμμα Χουντζακιάν, που ιδρύθηκε στη Γενεύη το 1887, και το ΑΕΟ (Αρμένικη Επαναστατική Ομοσπονδία), που ιδρύθηκε στην Τιφλίδα το 1890, αμφότερα πολύ μεγαλύτερα επαναστατικά κόμματα. Και τα δύο κόμματα ιδρύθηκαν εκτός Αρμενίας αλλά ζητούσαν μεταρρυθμίσεις και κάποια μορφή αυτοδιοίκησης για τους Αρμένιους στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
Οι αλλαγές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα προκάλεσαν επαναστάσεις στη Ρωσία, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στο Ιράν. Συνέβαλαν επίσης στη διαμόρφωση της νοοτροπίας και της κοσμοθεωρίας των ακτιβιστών που συνέδεσαν και τις τρεις. Έτσι, μέχρι τη στιγμή που οι επαναστάσεις ξεκίνησαν το 1905, οι Αρμένιοι επαναστάτες είχαν ήδη την εμπειρία και την εξειδίκευση που απαιτούνταν για επαναστατική δέσμευση. Παρήγαγαν τα δικά τους πυρομαχικά και εκρηκτικά σε περισσότερα από δώδεκα εργαστήρια, τα οποία λειτουργούσαν σε όλη τη Μικρά Ασία. Μετέφεραν όπλα πέρα από τα αυτοκρατορικά σύνορα και ακόμη εκρηκτικά υλικά όπως μελανίτη και χλωριούχο κάλιο που αγόρασαν στην Ευρώπη. Μικρές ομάδες επαναστατών πραγματοποίησαν επίσης επιδρομές σε οθωμανικά εδάφη και επιχείρησαν ακόμη και τη δολοφονία του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ το 1905. Όλα αυτά, που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του εθνικού αγώνα, βοήθησαν στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας αντίστασης και έθεσαν τα θεμέλια για κυκλοφορία, σύνδεση και συμμετοχή στις τρεις επαναστάσεις – όλα αυτά καθιστώντας εφικτά από την γεωγραφική παρουσία των Αρμενίων σε τρεις αυτοκρατορίες και την ευκολία μεταφοράς και επικοινωνίας.
Ήταν οι Αρμένιοι επαναστάτες που διέσχισαν αυτοκρατορίες σε όλη την Ευρώπη και τη Μικρά Ασία κοσμοπολίτες; Η ρήση ότι οι κοσμοπολίτες δεν είναι ξένοι πουθενά και όμως είναι ξένοι παντού ισχύει απόλυτα για τους Αρμένιους επαναστάτες. Ο Ροστόμ ήταν επισκέπτης στο ίδιο του το σπίτι στην Τιφλίδα, όπως επίσης ένιωθε σαν στο σπίτι του σε όλες τις κοινότητες τις οποίες επισκεπτόταν όταν ταξίδευε. Ως ένα μικρό τμήμα μιας μη κυρίαρχης ομάδας που κατοικούσε σε τρεις αυτοκρατορίες, για τις οποίες η ιεραρχία, η ανισότητα και η διακρίσεις ήταν χαρακτηριστικά της πολιτικής της αυτοκρατορίας, αυτοί οι περιπλανώμενοι επαναστάτες ήταν ταυτόχρονα στο σπίτι τους και στο περιθώριο. Διασχίζοντας γεωγραφικά και ιδεολογικά σύνορα, επιδίωκαν να κάνουν τις κοινωνίες που τους φιλοξενούσαν σπίτι τους, αναφερόμενοι συχνά σε αυτές ως «πατρίδα» ή «χώρα μας». Μέσω της συμμετοχής τους σε ριζοσπαστικά κινήματα, αγωνίστηκαν για κοινωνική και οικονομική δικαιοσύνη, ισότητα όλων των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκευτικών και εθνοτικών διαφορών, και αυτονομία. Κινήθηκαν ιδιαίτερα από την επιθυμία να απαλλάξουν την περιοχή από την εθνοτική αντιπαλότητα και να συγκροτήσουν αρμονική συνύπαρξη. Οι Αρμένιοι επαναστάτες πίστευαν ότι η ιδανική λύση βρισκόταν στην «καθολική αδελφοσύνη» που ενσαρκωνόταν σε μια συνταγματική και σοσιαλιστική ομοσπονδία ελεύθερων, αυτόνομων και ίσων εθνοτήτων.
Επομένως, το μήνυμά τους – που εκφράστηκε μέσω της συμμετοχής τους και μέσω της ενσωμάτωσης παγκόσμιων ιδεολογιών όπως ο συνταγματισμός και ο σοσιαλισμός – ήταν καθολικό, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της πιο περιορισμένης αρμενικής προσπάθειας στις Οθωμανικές και Ρωσικές αυτοκρατορίες. Άλλωστε, οι εκστρατείες και οι συμμετέχοντες σε αυτές ήταν αλληλένδετες. Οι Αρμένιοι επαναστάτες δεν μπορούσαν να φανταστούν να χωρίσουν την υπόθεσή τους από εκείνες των γειτόνων τους εντός και εκτός των ρωσικών, οθωμανικών και ιρανικών συνόρων. Ούτε μπορούσαν να περιοριστούν στα όρια αυτών των αυτοκρατοριών. Σε ιδιωτικές συναντήσεις, σε συνέδρια όπως η Σοσιαλιστική Διεθνής και σε καφέ ή ιδιωτικές κατοικίες, αλληλεπίδρασαν και συνεργάστηκαν με επαναστατικούς και διανοητικούς ομολόγους τους στη δυτική Ευρώπη. Ορισμένοι, όπως ο Αυστριακός Σοσιαλδημοκράτης Βίκτορ Άντλερ, τους βοήθησαν ακόμη να αποκτήσουν έναν χώρο συνάντησης για ένα συνέδριο στη Βιέννη το 1907, ενώ οι Γάλλοι σοσιαλιστές, συμπεριλαμβανομένων των Ζαν Ζωρές και Φρανσουά ντε Πρεσενσέ, προσπάθησαν να εξασφαλίσουν ευρωπαϊκή υποστήριξη για τους Αρμένιους στην Οθωμανική αυτοκρατορία.
Πολλές φορές, κατά τα επαναστατικά χρόνια 1904 έως 1912 που συγκλόνισαν τον Νότιο Καύκασο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και το Ιράν, προσπάθησαν να ενταχθούν στις αντίστοιχες επαναστάσεις και τα επακόλουθα πολιτικά μορφώματα. Η συχνή χρήση των λέξεων «η χώρα μας» και για τα τρία κράτη από τους αντίστοιχους αρμενικούς πληθυσμούς τους, καθώς και η έμφαση τους στο να περιλαμβάνουν μέρος μιας ευρύτερης κοινωνίας και ταυτότητας, σήμαινε μια οξεία συνείδηση των πραγματικοτήτων τους και μια πορεία που υποσχόταν την ευημερία και την πρόοδό τους, σε συμφωνία με την ευημερία και την ανάπτυξη των κοινωνιών και κρατών υποδοχής/πατρίδας τους. Η αλληλεγγύη, ειδικότερα – είτε μεταξύ Αρμενίων και Ιρανών είτε μεταξύ Αρμενίων και Τούρκων – επαναλαμβανόταν ως κοινό ρεφρέν στις εκδόσεις και ήταν πολύ παρόμοια με αυτήν άλλων Οθωμανών μουσουλμάνων και μη μουσουλμάνων υπηκόων, όπως οι Βούλγαροι, οι Μακεδόνες και οι Αλβανοί, καθώς όλοι ορίζονταν από τις ίδιες ιδέες και το ίδιο λεξιλόγιο ως «τα παιδιά του ίδιου πατέρα» και της «ίδιας πατρίδας».
Όταν οι Αρμένιοι ριζοσπάστες εξηγούσαν τη συμμετοχή τους στις τρεις επαναστάσεις, τοποθετούσαν τους εαυτούς τους όχι ξεχωριστά αλλά ως μέρος μιας συμπεριληπτικής κοινωνίας που θα μετασχηματιζόταν από συνδεδεμένους επαναστατικούς αγώνες. Έτσι, η υιοθέτηση και προσαρμογή ιδεών και, κατά συνέπεια, των ταυτότητων τους συνδέει στενά το παρόν και το μέλλον τους με εκείνα των συμπολιτών τους. Η εκστρατεία τους να ενταχθούν στον ιρανικό και οθωμανικό στρατό είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της εφαρμογής μιας συμπεριληπτικής ταυτότητας: πίεσαν για στρατιωτική θητεία και κυβερνητικές θέσεις, επιδιώκοντας «να είναι όχι το νόθο αλλά το αληθινό παιδί μιας ελεύθερης πατρίδας που απολαμβάνει την ευεργεσία και την πίκρα της». Ακόμα και ως μια εθνοτικά και θρησκευτικά διακριτή μειονότητα, επιδίωκαν την ενσωμάτωσή τους στο έθνος αντί της «άλλοτητας». Αυτοί, όπως και άλλοι υπήκοοι της αυτοκρατορίας όπως οι Έλληνες, οι Άραβες και άλλοι, υιοθέτησαν περισσότερες από μία ταυτότητες – μία καθολική αυτοκρατορική και μία πιο τοπική ή εθνοθρησκευτική. Ως εκ τούτου, ζούσαν «στο ενδιάμεσο», μια κατάσταση που τους έκανε ιδιαίτερα ικανούς επαναστάτες κοσμοπολίτες.
Οι ομοιότητες μεταξύ του ταχέως μεταβαλλόμενου κόσμου αυτών των περιπλανώμενων επαναστατών και εκείνου των σημερινών επαναστατών είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Και οι δύο έχουν βιώσει κολοσσιαίες αλλαγές που κλονίζουν τα θεμέλια στις τεχνολογίες μεταφοράς και επικοινωνίας· θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον τηλέγραφο στις αρχές του 20ού αιώνα ως το διαδίκτυο της σημερινής εποχής, όχι μόνο για τον αυξημένο ρυθμό μετάδοσης πληροφοριών αλλά και για τον μετασχηματιστικό του αντίκτυπο στην κοινωνία. Ο κόσμος τους, όπως και ο δικός μας, πιθανότατα φαινόταν να είναι σε επιτάχυνση, με ό,τι κίνδυνο αυτό συνεπάγεται. Ένας επιπλέον παραλληλισμός με αυτόν τον κόσμο, που τονίζει μια απουσία – ή τουλάχιστον πρόκληση – είναι οι προσπάθειες των επαναστατικών κοσμοπολιτών μας να εξαλείψουν την εθνοτική αντιπαλότητα, οι εκκλήσεις τους για μια συμπεριληπτική ταυτότητα και οι φιλοδοξίες τους να ανήκουν σε ένα μεγαλύτερο σύνολο, βιώνοντας έτσι από κοινού τόσο την «ευεργεσία όσο και την πικρία».
Πηγή aeon.co.