Καθώς τα κινήματα στην Ελλάδα περιστρέφονται και συζητούν γύρω από τη φύση, τη σύνθεση και τις προοπτικές του κινήματος των Τεμπών και της γιγάντιας πορείας που έγινε στις 26/1/2025 στην Αθήνα και σχεδόν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, την ίδια στιγμή στη Σερβία εκτυλίσσεται ένα παρόμοιο σκηνικό.
Στις 1 Νοεμβρίου του 2024, στο Νόβι Σαντ η οροφή του νέου σιδηροδρομικού σταθμού κατέρρευσε με αποτέλεσμα να σκοτώσει 15 άτομα, μεταξύ 6 και 75 ετών. Το δυστύχημα, το οποίο φαίνεται να προέρχεται από κατασκευαστική αστοχία, οδήγησε σε ένα κύμα πορειών που ζητά δικαστήρια και παραιτήσεις από την κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που έχει βρεθεί ήδη στο στόχαστρο σκανδάλων, καταστολής και του εθνικιστικού παρελθόντος του πρωθυπουργού από την επο΄χη του Γιουγκοσλαβικού πολέμου. Tο περιστατικό προκάλεσε κύμα αντιδράσεων με καταλήψεις πανεπιστημίων σε όλη τη χώρα, μπλοκαρίσματα σιδηροδρομικών σταθμών από διαδηλωτές, μια γενική απεργία σε στήριξη των διαδηλωτών και συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας, οπαδών του κυβερνώντος κόμματος και φοιτητών/διαδηλωτών. Οι διαδηλωτές οργανώνονται κυρίως μέσω social media αλλά πιέζουν και για την ορατότητά τους μέσω των mainstream media.
To δυστύχημα έχει προκαλέσει ανάλογες αντιδράσεις στη Σερβία ΄΄όπως και στην Ελλάδα, με μαζικές πορείες η οποίες αν και γενικά εκφέρουν αντι-κυβερνητικό, αντι-θεσμικό λόγο, είναι δύσκολο να τοποθετηθούν και να οριοθετηθούν πολιτικα. Φέρουν τόσο αριστερά και προοδευτικά χαρακτηριστικα όσο και ένα re-branding το εθνικού λόγου και της εθνικής ενότητας. Η κυρίαρχη τάση είναι ο λόγος έναντια στη διαφθορά και σε μια αίσθση «προδοσίας» από την πλευρά του κράτους. Φυσικά μπορεί να γίνει εδώ ένα σχόλιο, ότι αυτός ο λόγος ηγεμονεύει καθώς απουσιάζει στην παρούσα φάση οποιοσδήποτε αντικαπιταλιστικός ορίζοντας. Ο ορίζοντας αυτός δεν απουσιάζει ρητορικά αλλά αντικειμενικά: δεν μπορεί ο κόσμος να φανταστεί τη ζωή του, ούτε ξέρει να ζει, να παράγει και να διακινεί πέρα από το κ΄ρατος, το κεφάλαιο, τον ψηφιακό κόσμο και τις παρούσες ανεφοδιαστικές αλυσίδες σε παγκόσμια κλίμακα. Κλίμακα που απαιτεί – προς το παρόν τουλάχιστον – τόσο διακρατικές συγκρούσεις όσο και συνεργασίες.
Αναλογίες
Έχοντας πει αυτό όμως, ίσως να είναι λίγο νωρίς να κρίνουμε αυτά τα κινήματα. Τα μελανά τους σημεία είναι δεδομένα: μια χαλαρή πολιτική σύνθεση, ανδυναμία να συγκροτήσουν έναν πολιτικό φορέα ή να επινοήσουν μια νέα μορφή οργάνωσης για το μέλλον, εθνικός και κυβερνητικός ορίζοντας, διαταξικότητα κοκ. Όμως ακριβω΄ς αυτή τους η αγανάκτηση – καθώς μοιάζουν ιδιαίτερα στα κιν΄ήματα των πλατειών – έχει και μια αναμφίβολη ενέργεια η οποία ακολουθεί όπως φαίνεται ένα μοτίβο στην πορεία τις εξέλιξης των κινημάτων τα τελευταία χρόνια. Η ορμή τους και η ενέργεια τους φαίνεται να προέρχεται από μια αγανάκτηση ότι οι βασικές υποδομές δεν λειτουργούν, και εγκαλούν το κράτος ως προς αυτό το σημείο. Ίσως εδώ υπάρχει αν όχι μια επαναστατική προοπτική, ίσως μια βαθιά ζύμωση και κοινωνική συνειδητοποίηση από ένα μέρος του κόσμου. Οι πορείς αυτές, κινητοποιούμενες από την αποτυχία βασικών υποδομών – οι οποίες δεν είναι καν σε πειραματικό στάδιο – φαίνεται να υπονοούν ότι το κράτος δεν έχει κάνεναν άλλο ρόλο στην κοινωνική αναπαραγωγή: η υγεία, η εργασία, η ασφάλεια και η πρόνοια φαίνεται να μην κινητοποιούν με την ίδια ένταση. Έχει γίνει ίσως κοινωνικά αποδεκτό, συνειδητά ή ασυνείδητα ότι το κράτος μέσα στον 20ο αιώνα πέρασε σε μια διαδικασία απόμυθοποίησης παρά την εδραίωσή του ως κοινωνική μορφή οργάνωσης: από εκεί που θεωρούνταν συλλογικός φορές χειραφέτησης για πολλούς στην αρχή του 20ού αιώνα, θεωρήθηκε στην καλύτερη ένας ρυθμιστικός μηχανισμός που αμβλύνει της ανισότητες συντηρώντας την παραγωγικότητα στη μεταπολεμική περίοδο, για να πέρασει στην νεοφιλελέυθερη εποχή ως συντονιστής της αγορας. Μετα την αποτυχία και του νεοφιλελευθερού πειράματος, και την οριστική παραδοχή περί αυτού γύρω στο 2008 το κράτος δεν έχει κάνεναν άλλο ρόλο πέραν της διαχείρισης, της συντήρησης και του συντονισμού κάποιων βασικών υποδομών: έχει απολέσει μέχρι και τον ρόλο της κατασκευής τους.
Ο ιδιαίτερος συντονισμός των κινημάτων και η ορμή που προκαλούν οι αποτυχημένες και πολλές φορές θανατηφόρες υποδομές προέρχεται από μια γενικευμένη αίσθηση αργής βίας, άγχους και διάλυσης οποιουδήποτε ορίζοντα χειραφέτησης ή έστω βελτίωσης του επιπέδου ζωής. Η αορατότητα των υποδομών, το γεγονός δηλαδή ότι θεωρούνται πάντα δεδομένος και εν τόπω, έτοιμες να εξυπηρετήσουν, να μεταφέρουν και γενικά να λειτουργήσουν, το γεγονός ότι περιπλέκοντα με έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον δημόσιο χώρο και είναι ευρείας χρήσης κατασκευές, είναι που δημιουργεί και συσπειρώνει ευρύτερα και ετερόκλητα κοινωνικά κομμάτια στις διαμαρτυρίες: στη Σερβία ΄όπως και στην Ελλάδα αυτό που ακούγεται συνέχεια είναι πως «θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί οποιοσδήποτε». Αυτή η διατύπωση σαφώς και διαχέει το ζήτημα στον κοινωνικό ιστό, το κάνει όμως και στοιχειώδες: αν το κράτος ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης έχει απολέσει κάθε άλλη χρήσιμή του λειτουργία, τότε δεν χρειάζεται, και κατηγορείται ως άχρηστο και αχρείαστο.
Η γενικευμένη ρητορική έτσι περί διαφθοράς μπορεί να διαβαστεί και ως μια πρώτη διατύπωση, που δανείζεται ρητορικά σ΄χήματα του κινηματικού παρελθόντος (ειδικά στην ανατολική Ευρώπη, που η αποτελεσματικότητα του κράτος ήταν σταθερό διακύβευμα στην μετά-σοσιαλιστική εποχή) μιας γενικότερης δυσπιστίας προς το κράτος, μιας συνειδητοποίησης ότι ίσως η ιστορική του εποχή παρέρχεται. Παρόλα αυτά, θα χρειαστούν πολλές ακόμα αποτυχίες από μεριάς του, πολλές ζυμώσεις στα κινήματα (και κυρίως αυτ΄ή η αίσθηση να γίνει συνειδητή΄΄ θέση) καθώς και ένα ξεπέρασμα του ζητήματος του πόλέμου. Όσο το κράτος παραμένει η βασικός γενεσιουργός αιτία αλλά και ο μοναδικός διαχειριστής του ζητήματος της βίας, του θανάτου και της ασφάλειας που αυτός συνεπάγεται, η παραπαπάνω συνειδητοποίηση θα παραμένει θαμμένη κάτω από τόνους συντρίμμια.
Διαφορές: Μια μικρή κριτική
Στη Σερβία παρόλα αυτά, οι αρχές έχουν προχωρήσει σε κάποιες παραχωρίσεις τόσο στο Βελιγράδι όσο και στο Νόβι Σαντ, όπως η παραίτηση του πρωθυπουργού Miloš Vučević, ή άμεση έναρξη των δικαστικών διαδικασιών με στόχαστρο αρκετούς αξιοματούχους και την παραδοχή του προέδρου Vučić ότι αν χρειαστεί θα αντικαταστήσει τη μισή κυβέρνηση. Μέτα από συλλήψεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των πορειών ο πρόεδρος της χώρας προσέφερε αμνηστία στους συλληφθέντες σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα.
Μπορούμε φυσικά να ισχυριστούμε ότι οι διαφορές ειναι αναμενόμενες αφού μιλάμε για διαφορετικές ιστορίες, κοινωνίες και πολιτικές ισορροπίες, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι ερμηνευτικό σχήμα. Η προσοχή μας στα τεκταινόμενα στη Σερβία είναι μάλλον επιτακτική καθώς αφενός καταρρίπτεται το δυτικοκεντρικό, ελληνικό κλισέ ότι ό,τι και αν γίνει, η Ελλάδα θεσμικά, οικονομικά ακόμα και κινηματικά είναι σε καλύτερη μοίρα από τους γείτονές της που πάντα αναπαριστώνται ως κάτι «υπανάπτυκτο», αφετέρου φαίνεται ότι το σερβικό κίνημα κάτι κάνει σωστά. Η γρήγορη σχετική του επιτυχία σερβικού κινήματος δεν μπορεί ούτε να αποδοθεί σε μια καλύτερη πολιτική κουλτούρα από πλευράς θεσμών και κυβέρνησης (αν μη τι άλλο, η παρούσα εθνικιστική κυβέρνηση της Σερβίας έχει επιδείξει μακρά παράδοση κυνισμού, αδιαφορίας, βίας και καταστολής προς τα κοινωνικά κινήματα) ούτε σε μια γενική και αόριστη αίσθηση της σοβαρότητας του δυστυχήματος. Στην τελική, αν μας επιστρέψουμε μια τέτοια «σύγκριση» το περιστατικό στη Σερβία είχε λιγότερα θύματα.
Η διαφορά θα πρέπει να αποδοθεί – μάλλον – στο γεγονός ότι στη Σερβία έχουμε όντως ένα κίνημα. Το κίνημα αυτό έχει δομές, κοινωνικές και ανοιχτές μέσα στα πανεπιστήμια, έχει συγκεκριμένο πολιτικό πρόσημο και στόχο – το να είναι το κράτος υπόλογο για στοιχειώδεις δομές κοινωνικ΄ής αναπαραγωγής και όταν αυτές αποτυγχάνουν να λειτουργεί το δικαστικό σύστημα. Δεν πρόκειται φυσικά για κάποιο «κομμουνιστικό ορίζοντα» αλλά για ένα κίνημα που έχει σαφείς στόχους να λειτουργούν στοιχειωδώς τα βασικότερα από τα χαρακτηριστικά ενός αστικού κράτους, ακόμα και αν υπόρρητα χάνει την πίστη του σε αυτό όπως αναφέραμε πιο πάνω. Μπορούν να ειπωθούν πολλά εδώ για μια διαλεκτική μεταξύ κριτικής και αναπαραγωγής του αστικού κράτους, αλλά η εστίαση δεν ε΄ίναι σε αυτό το θέμα.
Σε αντίθεση με τη Σερβία τα κινήματα στην Ελλάδα έχουν πάψει προ πολλού να είναι κινήματα. Πρόκειται περισσότερο – και αυτό το δείχνει και η πληθώρα άρθρων που προσπαθούν να το εκλογικεύσουν αυτό – για πορεύσεις ανθρώπων στον δρόμο στα πλαίσια ενός συλλογικού θρήνου. Δεν θρηνούν όμως ούτε τα θύματα, ούτε την ασφάλεια που έχασαν. Θρηνούν την ίδια τους την αδυναμία να παράξουν κινηματική δραστηρι΄΄οτητα με έναν σαφή πολιτικό, κριτικό σκοπό, καθώς όλοι οι ανάλογοι σκοποί προσφατα ΄΄εχουν ματαιωθεί. Αυτό οδήγησε σε μια ακραία προσωποποίηση, αποδιοργάνωση και έναν βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό των κινημάτων που πλέον ενσαρκώθηκαν στην εικόνα της «αγωνιζόμενης μητ΄΄ερας», κάτι που ξεκίνησε ήδη από την εποχή του κινήματος ένάντια στην ΧΑ. Η μόνη οργανωτική σχέση πλέον των ανθρώπων που βγαίνουν στον δρόμο είναι η φαντασιακή εικόνα μιας οικογένειας που θρηνεί. Η αδυναμία κριτικής, η αδυναμία αντιπαράθεσης στον δρόμο, η αδυναμία να παραχθούν συλλογικά οράματα που θα αγγίξουν ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες, άφησε ως μοναδικό συνδετικό ιστό των ελληνικών κινημάτων έναν οικογενειοκρατούμενο και οικογενοικεντρικό συγκινησιακό λόγο που μάλιστα φαίνεται όσο περνούν τα χρόνια να γίνεται όλο και πιο συμπαγής.
Αυτό δεν είναι μια μομφή στο πώς οι συγγενείς των θυμάτων, είτε της ΧΑ είτε των Τεμπών, είτε άλλων περιστατικών οφείλουν να διαχειριστούν την απώλεια τους ή το πώς θα παλέψουν για ό,τι θεωρούν ότι μπορεί να περισωθεί από αυτή την απώλεια. Δεν θα κηρύξουμε εδώ το πώς πρέπει να στοχαστούν τη δικαιοσύνη που τους αναλογεί. Είναι όμως μια κατ΄΄αφορη κριτική ως προς τις ευρύτερες πολιτικές ομάδες που πλαισιώνουν αυτά τα κιν΄ήματα, τον ελληνικό αντι-ΧΑ σχηματισμό, τη «λαοθάλασσα» των Τεμπών κτλ. Τα κινήματα της Σερβίας μιλάνε ανοιχτά, ότι το πρόβλημα είναι ότι η αστοχία του κράτους θέτει σε κίνδυνο τον οποιονδήποτε. Η κοινωνική ταύτιση που παράγουν βασίζεται στην παραδοχή μιας «αργής βίας» που καραδοκεί πάνω από την ήδη δύσκολη καθημερινότητα, και αυτή η βία έχει ως πηγή το σερβικό κράτος. Αντιθέτως στην Ελλάδα το θέμα ενώ ξεκίνησε έτσι γρήγορα απο-πολιτικοποιήθηκε από πλήθως αριστερών σχολιαστών που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στον αντι-κυβερνητικό αριστερό λαϊκισμό και βρήκαν έτοιμο κόσμο να τους ακούσει στο απογοητευμένο και κουρασμένο κινηματικά πλήθος. Κατέληξε έτσι το ζήτημα να είναι ότι κάποιες μητέρες έχασαν τα παιδιά τους. Το πρόβλημα όμως, ιδωμένο από κοινωνική σκοπία και μεγαλύτερη κλίμακα, σαφώς δεν είναι αυτό. Όπως απάντηση στον σεξισμό και στις παρενοχλήσεις στον δρόμο δεν είναι η ρητορική ότι «αυτή είναι η μάνα ή η αδερφή κάποιου» αλλά το ζήτημα είναι ότι πρόκειται για μια πατριαρχική τακτική που στερεί από τις θηλυκότητες την ελευθερία της κίνησης στην πόλη, έτσι και εδώ το ζήτημα (πέρα από τα ίδια τα βαλλόμενα άτομα φυσικά που έχουν προσωπικό πόνο), δεν θα έπρεπε να είναι προσωποποιημένο.
Έτσι και το ζήτημα το Τεμπών δεν είναι ότι πληγώθηκε άδοξα η στοργική ενότητα της ελληνικής οικογένειας. Η αδυναμία αυτού του λόγου να παράξει οποιαδήποτε ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση οδήγησε τελικά και στη μετεξέλιξη του κινήματος των Τεμπών στο να ασχολείται με το αν υπήρξαν παράνομα φορτία στον εμπορικό συρμό. Ενώ αυτό το θέμα δεν είναι αδιάφορο, δεν είναι και κεντρικό καθώς είτε ο συρμός είχε παράνομο φορτίο ή όχι τα τρένα δεν θα έπρεπε να συγκρουστούν εξ αρχής. Οι ελληνικές αρχές δεν αδιαφορούν για το ζήτημα και το κίνημα των Τεμπών μέχρι τώρα επειδή είναι πιο σκληρές ή πιο διεφθαρμένες από τις σερβικές. Το κάνουν γιατι δεν ακούν τίποτα από κάτω που να τις απειλεί συγκεκριμένα. Η ακατάσχετη συναισθηματολογία δεν αφορά το κράτος, δεν αφορά την αστυνομία. Σ΄΄ημερα, αν φαίνεται να υπάρχει κίνηση μεταξύ των κοινοβουλευτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης με αφορμή τα Τέμπη οφείλεται αφενός σε μια διαλυμένη κοινοβουλευτική αντιπολίτευση στην Ελλάδα που ψάχνει αφορμή να κάνει κάτι, αφετέρου το ζήτημα έχει απομειωθεί σε μια διαρκή ρητορική για το αν έγιναν νομικές ή τελωνειακές παρατυπίες. Η κριτική εδώ πλέον δεν υπονοεί ότι το κράτος, ο καπιταλισμός, η καπιταλιστική διεθνοποίηση του εμπορίου και της συντήρησης υποδομών κτλ βλάπτουν την κοινωνία αλλά στο ότι η πολιτική ηγεσία βλάπτει το κράτος.
Άσχετα με το πόσοι και ποιοι θα καθήσουν τελικά στο σκαμνί του δικαστηρίου στην Ελλάδα και τη Σερβία, το κίνημα στην Ελλάδα έχει ήδη – για μια ακόμη φορά -ηττηθεί, ενώ στη Σερβία θα έχει αφήσει μια σημαντική, θετική παρακαταθήκη στον εαυτό του, στη συνέχειά του και ίσως στο θεσμικό του αποτύπωμα.
