Οι Ταλιμπάν ήταν οι πραγματικοί εκσυγχρονιστές του Αφγανιστάν

Πρόλογος

Μεταφράζουμε και δημοσιεύουμε το άρθρο του Τάνερ Γκριρ (Tanner Greer) «Οι Ταλιμπάν ήταν οι πραγματικοί εκσυγχρονιστές του Αφγανιστάν» από το ηλεκτρονικό περιοδικό Palladium τον Απρίλιο του 2022. Ο Γκριρ σχεδόν ένα χρόνο μετά την τελική επικράτηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν αποπειράται να αναλύσει το κίνημα των Ταλιμπάν όχι ως ένα κίνημα επιστροφής στο Μεσαίωνα, αλλά ως μια κίνηση προς τον εκσυγχρονισμό της αφγανικής κοινωνίας. Η άποψη αυτή αποτελεί μια ανατροπή της κυρίαρχης αντίληψης, η οποία αντιλαμβάνεται τους Ταλιμπάν και τα ισλαμιστικά κινήματα γενικότερα, ως απόπειρες επιβολής προνεωτερικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης. Ωστόσο, η επικράτηση των Ταλιμπάν ήρθε ως αποτέλεσμα μιας διαδρομής αρκετά παρόμοιας με αυτή των δυτικών κρατών κατά τη βίαιη είσοδό τους στη νεωτερικότητα. Η συγκρότηση μιας κοινωνικής κίνησης μέσω της κατασκευής μιας νέας αφήγησης πάνω στην αρρενωπότητα και με οδηγό μια εθνικιστική ιδεολογία με οραματικά στοιχεία εμποτισμένα με μεσσιανικές αφηγήσεις αποτέλεσε τον τρόπο με τον οποίο επήλθε σε μεγάλο βαθμό η νεωτερική κοινωνική δομή. Η ανάδυση του σύγχρονου κράτους ήρθε ακριβώς με την επικράτηση στρατών παρόμοιων με αυτόν των Ταλιμπάν. Κλείνοντας το σύντομο αυτό πρόλογο, και με το βλέμμα μας στραμμένο στη Συρία, δεν μπορούμε παρά να προβληματιστούμε για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα ισλαμιστικά κινήματα και να αναστοχαστούμε πάνω στις τροπικότητες της νεωτερικότητας και την κοινωνική δυναμική που τις παράγει.

Οι Ταλιμπάν ήταν οι πραγματικοί εκσυγχρονιστές του Αφγανιστάν

Αν υπάρχει ένα πράγμα το οποίο οι Αμερικάνοι ανέφεραν πάντα για τους Ταλιμπάν, είναι ότι αποτελούν λείψανα ενός παρελθόντος που πεθαίνει.

Το 2001, το περιοδικό The Atlantic ισχυριζόταν ότι το «πρόγραμμα της μεσαιωνικής αποχαύνωσης» των Ταλιμπάν, δικαιολογούσε τη φιλελεύθερη υποστήριξη της εισβολής της Αμερικής στο Αφγανιστάν. Η αποτυχία να παρουσιαστούν σκληροί απέναντι σε αυτόν τον «όχλο των τουρμπανοφόρων», υποστήριξε το Salon ένα χρόνο αργότερα, κόστισε στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο του Κογκρέσου. Στο αποκορύφωμα αυτού του κύματος, ο διευθύνων σύμβουλος της Blackwater Έρικ Πρινς (Erik Prince θα περιέγραφε τους Ταλιμπάν ως «βάρβαρους» με «νοοτροπία του 1200 μ.Χ.» Η γλώσσα του αντηχήθηκε από πολιτικούς, στρατηγούς, και αρθρογράφους μια δεκαετία αργότερα, οι οποίοι περιέγραφαν τους νικητήριους Ταλιμπάν, σαν «μια μεσαιωνική συμμορία εκφυλισμένων αγρίων», «μια ληστρική και θρησκευτική μεσαιωνική σέχτα, και σαν μια υποχώρηση «πίσω στη λίθινη εποχή». Μόλις δύο μήνες πριν, το Middle East Institute κατέληγε ότι οι προσπάθειες «να αμβλυνθεί η εξτρεμιστική ιδεολογία των Ταλιμπάν μέσω της έκθεσής τους στον εκσυγχρονισμό» διαμέσου της πολυετούς διπλωματικής εμπλοκής είχαν αποτύχει, διότι «η μεσαιωνική τους σκέψη παραμένει εξίσου άκαμπτη» όπως ήταν πάντα.

Αυτή η γλώσσα του μεσαιωνισμού και του εκσυγχρονισμού είναι φυσική στους Αμερικάνους, οι οποίοι εδώ και καιρό εξισώνουν τις Η.Π.Α. με την πρώτη γραμμή του μέλλοντος. Οι συζητήσεις μεταξύ των Αμερικανών που αποδοκίμαζαν και των Αμερικανών που υπερασπίζονταν την επέμβαση στο Αφγανιστάν διεξήχθησαν εξ ολοκλήρου μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Και οι δύο πλευρές υπέθεσαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ξεκινήσει ένα μεγάλο σχέδιο φιλελεύθερου μετασχηματισμού για να σύρουν το Αφγανιστάν στο μέλλον. Όσοι βρίσκονταν στη μία πλευρά υποστήριζαν ότι ο εκσυγχρονισμός υπό αμερικανική ηγεσία ήταν είτε αμυντική αναγκαιότητα είτε ηθική υποχρέωση. Οι επικριτές τους περιέγραφαν κάθε προσπάθεια φιλελευθεροποίησης του Αφγανιστάν ως ματαιοπονία.

Αλλά και τα δύο επιχειρήματα βασίζονταν σε μια φαντασίωση: οι πιο επιτυχημένοι εκσυγχρονιστές βρίσκονταν στην άλλη πλευρά της σύγκρουσης. Η επέμβαση των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν πέρασε δύο δεκαετίες για να στηρίξει τα παραπαίοντα παραδοσιακά υπολείμματα ενάντια στον πολιτικό εκσυγχρονισμό. Οι άνδρες των Ταλιμπάν ήταν αυτοί που πολέμησαν και πέθαναν για ένα επαναστατικό μέλλον.

Το βιβλίο του Κάρτερ Μαλκασιάν (Carter Malkasian) «The American war in Afghanistan: A History» είναι το πρώτο ιστορικό βιβλίο που αποτυπώνει επαρκώς αυτή την ιστορία. Ο Μαλκασιάν τοποθετήθηκε ως πολιτικός αξιωματούχος στις επαρχίες Κουνάρ (Kunar) και Χέλμαντ (Helmand) τη δεκαετία του ’80 και στη συνέχεια επέστρεψε στο Αφγανιστάν ως σύμβουλος του στρατηγού Τζόσεφ Ντάνφορντ (Joseph Dunford) το 2013 και παρέμεινε στο πλευρό του Ντάνφορντ κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ο Μαλκασιάν μιλάει άπταιστα Πάστο, ταξίδεψε ευρέως σε όλο το Αφγανιστάν πραγματοποιώντας συνεντεύξεις και συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν την εποχή του Τραμπ.

Η αφήγηση του Μαλκασιάν για το αμερικανικό σφάλμα βασίζεται σε αυτές τις προσωπικές εμπειρίες. Ο κατάλογος του των αμερικανικών λαθών και λανθασμένων υπολογισμών είναι μακρύς. Ήταν η άρνηση της κυβέρνησης Μπους να διαπραγματευτεί με τα τμήματα των Ταλιμπάν που επιχείρησαν να παραδοθούν μεταξύ 2001 και 2003, ενώ ταυτόχρονα αρνούνταν να διαθέσει πόρους για έναν αφγανικό στρατό ικανό να υπερασπιστεί τη χώρα από αυτούς τους ίδιους Ταλιμπάν˙ τα χρόνια που σπαταλήθηκαν σε μάχες στις απομακρυσμένες ορεινές κοιλάδες του ανατολικού Αφγανιστάν, ακόμη και όταν οι Ταλιμπάν κέρδιζαν έδαφος στην παραδοσιακή νότια ενδοχώρα τους˙ η υιοθέτηση από την κυβέρνηση Ομπάμα μιας στρατηγικής για την αντιμετώπιση των εξεγέρσεων που—ενώ ήταν επιτυχής στη σταθεροποίηση των περιοχών που δέχθηκαν ένα κύμα στρατευμάτων—μείωσε την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας εντός των Η.Π.Α. Η επακόλουθη απόφαση της ίδιας κυβέρνησης να περιορίσει τη χρήση της αμερικανικής αεροπορικής ισχύος κατά τη διάρκεια των κρίσιμων επιθέσεων των Ταλιμπάν το 2015˙ και, τέλος, η απροθυμία της κυβέρνησης Τραμπ να διατηρήσει σταθερά τα επίπεδα των στρατευμάτων στο Αφγανιστάν ενώ διαπραγματευόταν με τους Ταλιμπάν, αφαιρώντας έτσι το μοναδικό μοχλό πίεσης που είχαν οι Αμερικανοί διπλωμάτες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Οι κρίσεις του Μαλκασιάν σε όλα αυτά τα σημεία είναι αιχμηρές και πειστικές. Όμως, η εστίαση μόνο στο αμερικανικό σφάλμα παρερμηνεύει θεμελιωδώς την πορεία του πολέμου. Οι περισσότερες περιγραφές της σύγκρουσης είναι μονόπλευρες απεικονίσεις της αμερικανικής εμπειρίας στο Αφγανιστάν. Η ευχέρεια του Μαλκασιάν στη γλώσσα Πάστο επιτρέπει στο The American War in Afghanistan να ξεφύγει από τους περιορισμούς του είδους. Ολόκληρα κεφάλαια βασίζονται σε αφγανικές πηγές που άλλες ιστορίες του πολέμου αγνοούν. Από τη δική τους οπτική γωνία, ο πόλεμος των Η.Π.Α στο Αφγανιστάν δεν ήταν στην πραγματικότητα καθόλου αμερικανικός. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι Αφγανοί, όχι οι Αμερικανοί, ήταν αυτοί που έκαναν την πλειονότητα των σκοτωμών, της αιματοχυσίας και των θανάτων. Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν ήταν πρωτίστως ένας εμφύλιος πόλεμος. Οποιαδήποτε εξήγηση για τη νίκη των Ταλιμπάν πρέπει να ξεκινήσει με το γιατί πολεμούσε κάθε πλευρά αυτού του εμφυλίου πολέμου.

Επανίδρυση του Αφγανιστάν

Υπήρχε μια λογική στο Αφγανιστάν ήδη πριν από τους Ταλιμπάν, τους Μουτζαχεντίν, τη σοβιετική εισβολή και τον κομμουνιστικό σφετερισμό. Σε αυτό το Αφγανιστάν, ο βασιλιάς βασίλευε αλλά δεν κυβερνούσε. Το κράτος ήταν σταθερό αλλά η εμβέλειά του ήταν μικρή: η δημόσια τάξη διαφυλάσσονταν από τους ηγέτες του χωριού και της φυλής. Η ζωή της φυλής είχε μεγαλύτερη σημασία για τη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα του Αφγανιστάν, τους Παστούν. Οι Παστούν εκτιμούσαν εκείνους που ζούσαν σύμφωνα με το Παστούνβαλι (Pashtunwali), τον κώδικα τιμής των Παστούν. Μια πεποίθηση διέτρεχε τον κοινωνικό κόσμο του Παστούνβαλι: Ένας Παστούν δεν υποκλίνεται σε κανέναν.

Σε αυτό το σύστημα, η δουλειά του γέροντα του χωριού και του χαν της φυλής ήταν να εφοδιάζουν τα σόγια τους, να προστατεύει τις γυναίκες τους από τα εξωτερικά βλέμματα και να επιλύουν τις διαφορές χωρίς να υποτιμούν ή να υποβαθμίζουν τους άλλους άνδρες της κοινότητάς τους. Τα περίτεχνα έθιμα φιλοξενίας και οι μακροσκελείς συνεδριάσεις του συμβουλίου που επέτρεπαν σε κάθε άνδρα να έχει ίσο λόγο ήταν τα κύρια εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι χαν για να καταπνίξουν τις διαμάχες και να μοιραστούν την τιμή. Η αποτυχία επίλυσης μιας διαμάχης μέσω του συμβουλίου οδηγούσε στην επίλυση με βεντέτα. Οι άνδρες των φυλών δεν είχαν κανένα ενδοιασμό έναντι του οφθαλμός αντί οφθαλμού. Ο στόχος δεν ήταν τόσο η τιμωρία όσο η ισοτιμία: οι βεντέτες θα τελείωναν όταν και οι δύο πλευρές θα είχαν το ίδιο κόκκινο στα κιτάπια τους. Οι έμπειροι ηγέτες εξισορροπούσαν τις απαιτήσεις της συλλογικής τιμής με την επείγουσα ανάγκη να τερματιστεί η βία προτού απορροφήσει ολόκληρη τη φυλή. Οι αφηρημένοι ηθικοί κανόνες δεν καθοδηγούσαν τη λήψη αποφάσεων. Όπως σχολιάζει ο Μαλκασιάν: «Ό,τι ήταν προς το συμφέρον της φυλής ήταν σωστό: Η realpolitik των Παστούν».

Στο πλαίσιο της παραδοσιακής τάξης οι νέοι άνδρες επιδίωκαν τη διάκριση μέσω πράξεων θάρρους και τόλμης. Οι ηλικιωμένοι άνδρες, με τη σειρά τους, διακρίνονταν από τους συνομηλίκους τους επιδεικνύοντας τη σοφία, τη διορατικότητα και την πειθώ που χρειάζονταν για να περιορίσουν τους νεαρούς άνδρες τους από το να προβούν σε απερίσκεπτες ενέργειες. Κανένα από τα δύο στάδια της ζωής δεν έβρισκε μεγάλη αξία στην έννοια του μαρτυρίου. Η φήμη ενός άνδρα μετριόταν από τον σεβασμό που προκαλούσε η παρουσία του στους άλλους άνδρες—μια ανταμοιβή που μπορούν να απολαύσουν μόνο οι ζωντανοί. Αλλά αυτή η διάκριση δεν ήταν διαρκής. Οι Παστούν ήταν ισοπεδωτές (levelers): όποιος άνδρας ανέβαινε πολύ ψηλότερα από τους συντρόφους του, οι όμοιοί του τον τραβούσαν πίσω στη γη. Αυτό που ίσχυε για τους ανθρώπους ίσχυε και για τις φυλές: καμία φυλή δεν μπορούσε να μεγαλώσει υπερβολικά χωρίς συνέπειες. Οι βασιλείς του Αφγανιστάν χρησιμοποιούσαν αυτή την παρόρμηση προς όφελός τους, παίζοντας τη μία φυλή εναντίον της άλλης για να εξασφαλίσουν την εξουσία τους. Οι εξυπνότεροι φυλετικοί ηγέτες περιόριζαν σκόπιμα τις φιλοδοξίες των συγγενών τους πριν χρειαστεί οποιαδήποτε ισοπέδωση.

Κοινωνιολόγοι, ιστορικοί, ανθρωπολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες έχουν αναγνωρίσει «κουλτούρες τιμής» με παρόμοιες ευαισθησίες σε όλη τη Γη. Μόνο σπάνια οι δεσμευμένοι από την τιμή ανέχονται ισχυρές κρατικές δομές ή αναπτύσσουν ολοκληρωμένες οικονομίες της αγοράς. Το ήθος της τιμής τείνει να είναι άναρχο. Η τυπική ιεραρχία είναι ανάθεμα για τους εμμονικούς με τη φήμη. Η συνεργασία μεγάλης κλίμακας είναι δύσκολη αν η κοινωνία είναι διαιρεμένη κατά μήκος στενών συγγενικών γραμμών. Τέτοιες κοινωνίες είναι επιρρεπής σε πολιτική σε μορφή κολλάζ, όπου η αυτονομία γιορτάζεται, η εξουσία είναι διάχυτη και η ταυτότητα συσσωρεύεται γύρω από δεκάδες ξεχωριστές ομάδες συγγένειας.

Αυτό περιγράφει με ακρίβεια την παραδοσιακή αφγανική τάξη πραγμάτων—με μια εξέχουσα εξαίρεση: τους μουλάδες των χωριών, παραδοσιακούς πυλώνες του θρησκευτικού κατεστημένου του Αφγανιστάν. Ένας μουλάς ξεκινούσε την καριέρα του σε ένα χωριό ως ξένος. Στον Μεντρεσέ (Madrasah) εγγράφονταν παιδιά από όλες τις κοινωνικές τάξεις και οι απόφοιτοι στέλνονταν σε όλη τη χώρα. Αυτό ήταν εκ προμελέτης: η ιδιότητα του μουλά ως ξένου κρατούσε το τζαμί του ανεξάρτητο από τις διαμάχες του χωριού. Η αφοσίωσή του υπερέβαινε το τοπικό. Εκεί που οι φύλαρχοι δεν υποκλίνονταν σε κανέναν, οι Αφγανοί θρησκευόμενοι μαθητές ξεκινούσαν το πνευματικό τους ταξίδι με όρκο υπακοής στους δασκάλους τους. Αυτός ο όρκος, ο μπαϊτ (bayt), δέσμευε τον μαθητή με τον δάσκαλο για μια ζωή. Καθώς οι μαθητές διακεκριμένων δασκάλων δίδασκαν τους δικούς τους μαθητές, τεράστια δίκτυα πίστης πολλών γενεών εξαπλώθηκαν σε όλο το Αφγανιστάν. Οι μουλάδες ήταν ο μόνος εκπρόσωπος ενός εθνικού θεσμού που ζούσε στο επίπεδο του χωριού. Η επιρροή και η εμβέλειά τους συναγωνίζονταν εκείνη της κεντρικής κυβέρνησης.

Από τον κόσμο των μουλάδων γεννήθηκε ο Ταλιμπάν. Ο πόλεμος με τους Σοβιετικούς άφησε πίσω του δύο εκατομμύρια Αφγανούς νεκρούς –σχεδόν δεκαπλάσιο αριθμό από αυτούς που χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αμερικής στο Αφγανιστάν. Η κλίμακα της βίας κατέστρεψε το αφγανικό κράτος και ξερίζωσε τις παραδοσιακές κοινοτικές δομές που χρησιμοποιούσαν οι Αφγανοί για να διατηρήσουν την τάξη χωρίς ισχυρή κεντρική κυβέρνηση. Τρομακτική βία ακολούθησε τη σοβιετική υποχώρηση. Το κίνημα των Ταλιμπάν οργανώθηκε από μουλάδες και θρησκευτικούς φοιτητές (ταλίμπ) για να τερματίσει αυτή τη βία -και να καθαρίσει την ηθική αρρώστια που οδήγησε εξαρχής τους μουσουλμάνους να σκοτώνουν τους αδελφούς τους μουσουλμάνους.

Η δύναμη του κινήματος αντανακλούσε την προέλευσή του. Εκεί που οι πρώην πολέμαρχοι μουτζαχεντίν ήταν δύσπιστοι απέναντι στους υφισταμένους τους και επιρρεπείς σε εσωτερικές διαμάχες, οι ταλίμπ πολεμούσαν με την ίδια αφοσοίωση στην ιεραρχία, την ενότητα και τον θρησκευτικό σκοπό που καθοδηγούσε για δεκαετίες τους μουλάδες σε όλο το Αφγανιστάν. Μια περιγραφή των Ταλιμπάν εκείνης της εποχής, περιγράφει πώς οι νέοι μαχητές, σε μια ηχώ του παραδοσιακού μπαϊτ, έπρεπε «να ορκιστούν υπακοή στον εμίρη ή τον διοικητή τους, να αποστασιοποιηθούν από φυλετικές, κομματικές και κοινοτικές προκαταλήψεις και να υπηρετήσουν μόνο το θέλημα του Αλλάχ και την καλή θέληση του λαού».

Κανείς δεν γινόταν ταλίμπ για χάρη της τιμής της φυλής ή της προσωπικής φήμης –και οι ταλίμπ φρόντιζαν ώστε οι δυνάμεις των οποίων ηγούνταν να μην πολεμούν ούτε γι’ αυτά τα πράγματα. Αντίθετα, πολεμούσαν για ένα ενιαίο αφγανικό έθνος. Είδαν το Ισλάμ, τη μόνη πηγή εξουσίας που διέσχιζε τις φυλετικές και εθνοτικές γραμμές, ως το μόνο ασφαλές θεμέλιο της νέας εθνικής τάξης. Το αυστηρό καθεστώς που επέβαλαν για να υλοποιήσουν αυτά τα ιδεώδη ανέδειξε τους μουλάδες των χωριών έναντι των γερόντων των χωριών, έδωσε έμφαση στη Σαρία έναντι του εθιμικού δικαίου και έθεσε περιορισμούς σε όλα τα είδη των παραδοσιακών εθίμων, συμπεριλαμβανομένων της ενδυμασίας και της μουσικής. Η δικαιοσύνη, η υπακοή και η ενότητα ήταν οι κινητήριες αρετές αυτής της νέας τάξης.

Η δέσμευση για ενότητα, ιεραρχία και αυτοθυσία που καθόριζε την κυριαρχία των Ταλιμπάν δεν θα επιβίωνε της αμερικανικής επέμβασης—με εξαίρεση μεταξύ των ίδιων των εναπομεινάντων Ταλιμπάν. Η εισβολή του 2001 έδωσε στους υποστηρικτές πιο παραδοσιακών αξιών την ευκαιρία να μηδενίσουν τα κοντέρ. Ο Χαμίντ Καρζάι (Hamid Karzai) ήταν μια επιστροφή στον κόσμο πριν από τους Σοβιετικούς: ο πατέρας και ο παππούς του είχαν υπάρξει επιφανείς βασιλόφρονες πολιτικοί και ως μέλος της φυλής Ποπαλζάι, ο Καρζάι ισχυριζόταν ότι ήταν συγγενής με τον Αχμάντ Σαχ Ντουράνι (Ahmad Shah Durrani), τον ιδρυτικό βασιλιά του Αφγανιστάν. Τρεις αιώνες πριν ο Αχμάντ Σαχ είχε ανέλθει στην εξουσία από ένα εδαφικό συμβούλιο επιφανών φυλετικών ηγετών, γνωστό ως loyajirga˙ το ίδιο όργανο θα επέλεγε τον Καρζάι ως πρόεδρο και θα επικύρωνε το νέο αφγανικό σύνταγμα.

Για άλλη μια φορά η εξουσία ήταν διασκορπισμένη σε ένα αποκεντρωμένο κολλάζ ανταγωνιστικών κέντρων εξουσίας. Στο κέντρο βρισκόταν ο ίδιος ο Καρζάι, ένας αριστοτέχνης κατασκευαστής της συναίνεσης που κυβερνούσε με την παραδοσιακή τέχνη της προσωπικής πειθούς. Με το αληθινό στυλ των Παστούν, ήταν επίσης ένας εξαιρετικός ισοπεδωτής. «Είναι η πολιτική του Καρζάι και των διορισμένων του», ανέφερε ένας χαν, «να προσπαθούν να διασπάσουν όλες τις φυλές για να τις κρατήσουν αδύναμες». Η πολιτική του Καρζάι ήταν επιτυχής. Όπως παραδέχτηκε ένας κυβερνήτης διορισμένος από τον Καρζάι στον Μαλκασιάν, «μπορώ να λύσω μια φυλετική διάσπαση σε μια μέρα, αλλά δεν θα το κάνω—γιατί τότε η θέση μου θα είναι πιο αδύναμη». Ο Καρζάι ακολούθησε παρόμοια προσέγγιση για το ίδιο το αφγανικό κράτος, ελισσόμενος συνεχώς για να περιορίσει τη δύναμη οποιουδήποτε κυβερνήτη, στρατηγού ή διοικητή της αστυνομίας, η αποτελεσματικότητα του οποίου θα μπορούσε να προσκαλέσει μια μελλοντική πρόκληση.

Η αντίθεση με τους Ταλιμπάν, τους parexcellence συγκεντρωτιστές και κατασκευαστές του κράτους, δεν θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη. Επρόκειτο για μια διαμάχη μεταξύ δύο διαφορετικών οραμάτων για την εξουσία στην αφγανική κοινωνία. Καθένα από αυτά τα οράματα προέκυψε από μια διαφορετική αντίληψη της αφγανικής αρρενωπότητας. Αυτές οι διαφορές θα επιλύονταν στο πεδίο της μάχης. Η εθνική κυβέρνηση του Αφγανιστάν έφερε μια δυσκίνητη δομή στον πόλεμο. Ένας από τους πιο αποτελεσματικούς διοικητές της κυβέρνησης εξηγούσε την απογοήτευσή του από αυτή τη δομή ως εξής: «Η κυβέρνηση δεν είναι αφοσιωμένη σε έναν μόνο ηγέτη. Υπάρχουν τριάντα τέσσερις επαρχίες, η καθεμία με τους δικούς της ηγέτες: έναν κυβερνήτη, έναν διοικητή του στρατού, έναν αρχηγό της αστυνομίας και έναν διευθυντή της NDS [υπηρεσία πληροφοριών]. Οι Ταλιμπάν δεν έχουν αυτές τις διαφορετικές οργανώσεις. Οι Ταλιμπάν είναι απλώς Ταλιμπάν». Η ιστορία του πολέμου της Αμερικής στο Αφγανιστάν είναι γεμάτη από μάχες όπου η αφγανική αστυνομία, μονάδες του στρατού ή πολιτοφυλακές φυλών πολέμησαν κατά των Ταλιμπάν μόνοι τους, χωρίς τον συντονισμό ή τη θέληση να πολεμήσουν ενωμένοι.

Οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των διαφόρων κλάδων της εθνικής κυβέρνησης του Αφγανιστάν και μεταξύ των φυλών που τάσσονταν κατά των Ταλιμπάν ήταν αδιάκοπες. Τεράστιες ποσότητες αμερικανικής ενέργειας δαπανήθηκαν για τη διαμεσολάβηση σε αυτές τις συγκρούσεις—με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το 2014, όταν ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι (John Kerry) παρενέβη άμεσα σε μια εκλογική διαμάχη που απειλούσε με εμφύλιο πόλεμο. Οι Ταλιμπάν δεν αντιμετώπισαν ποτέ τέτοιες διχόνοιες.

Μόνο μία φορά διαμάχες μεταξύ των διοικητών των Ταλιμπάν απείλησαν να εκτροχιάσουν την πολεμική προσπάθεια. Αυτό συνέβη μετά τον θάνατο του Μουλά Ομάρ, ιδρυτικού εμίρη των Ταλιμπάν, το 2013. Η διετής συγκάλυψη του θανάτου του σκανδάλισε πολλούς εντός των Ταλιμπάν. Ένας μικρός αριθμός εξεγέρθηκε εναντίον του Ακτάρ Μανσούρ (Akhtar Mansour), ο οποίος ηγείτο των Ταλιμπάν παρασκηνιακά. Αλλά η εξέγερση δεν εξαπλώθηκε ποτέ. «Όλοι οι Ταλιμπάν αποδέχονται τη συνοχή, την ενότητα, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ηγέτης», όπως αποτυπώθηκε στη μαρτυρία ενός Ταλιμπάν. «Αυτή είναι η δύναμη των Ταλιμπάν.» Ξανά και ξανά οι διοικητές των Ταλιμπάν έθαβαν τις προσωπικές δυσαρέσκειες για χάρη του ευρύτερου σκοπού. Όπως καυχήθηκε ένας εκπρόσωπος των Ταλιμπάν στον Μαλκασιάν: «Οι Ταλιμπάν ακολουθούν έναν εμίρη. Το σύστημά μας είναι το σύστημα της υπακοής. Πρέπει να κάνουμε ό,τι μας λέει. Δεν είμαστε σαν τους άλλους Αφγανούς».

Αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Ταλιμπάν επεκτάθηκε στις τάξεις τους. Στο επίπεδο του απλού στρατιώτη, η ενότητα των Ταλιμπάν ήταν λιγότερο θέμα οργάνωσης παρά ιδεολογίας. Ο Μουλά Ομάρ παρακινούσε το κίνημα με δηλώσεις που ανακάτευαν ελεύθερα την πίστη με τον εθνικιστικό ζήλο. Σε μια χαρακτηριστική διακήρυξη του 2009, δήλωσε ότι «Ο εχθρός στο έδαφός μας δεν θα είναι ικανοποιημένος όσο εμείς δεν αποδεχόμαστε πλήρως να είμαστε σκλάβοι του. Η ελευθερία από τη δουλεία είναι ο μόνος δρόμος που έχει δείξει το Κοράνι». Ανεξάρτητα από τη φυλή από την οποία προέρχονταν ή από το μέρος της χώρας στο οποίο υπηρετούσαν, οι αντάρτες Ταλιμπάν γνώριζαν ότι συμμετείχαν στο ίδιο σχέδιο με τους συναδέλφους τους Ταλιμπάν: εθνική απελευθέρωση και τζιχάντ.

Η παρουσία των ξένων στρατιωτών δυσχέραινε τη δημιουργία ανάλογου αισθήματος εθνικιστικής συνείδησης μεταξύ του αφγανικού στρατού και της αστυνομίας. Τα στοιχεία ερευνών δείχνουν ότι μόνο το δέκα τοις εκατό των Αφγανών πίστευαν ότι οι στρατιώτες τους εντάχθηκαν στον στρατό από πατριωτισμό. Αυτό προκαλούσε μια επαναλαμβανόμενη κρίση ηθικού: οι περισσότεροι άνδρες του αφγανικού στρατού δεν επιθυμούσαν να υπηρετήσουν μακριά από την εστία και το σπίτι τους. Οι πιο αποφασιστικές δυνάμεις κατά των Ταλιμπάν έτειναν να είναι οι φυλετικές πολιτοφυλακές που είχαν αναλάβει να προστατεύουν τις γειτονιές των σπιτιών τους. Αυτοί οι Αφγανοί πολεμούσαν με σπάνια αγριότητα. Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά: διακυβεύονταν η οικογένειά τους, η τιμή τους και η αυτονομία της φυλής τους.

Εδώ οι αξίες της παλαιάς τάξης πραγμάτων στήριξαν την πολεμική προσπάθεια, αλλά η επίδρασή τους ήταν περιορισμένη. Οι πολιτοφυλακές των φυλών ήταν άγριες αλλά εύθραυστες. Οι Ταλιμπάν μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις απώλειές τους σε ένα κρίσιμο μέτωπο με εφεδρείες που αντλούνταν από οπουδήποτε στη χώρα. Οι τοπικές πολιτοφυλακές δεν είχαν εφεδρείες: μπορούσαν να αντλήσουν μόνο από ντόπιους. Αν σκοτώνονταν αρκετοί ντόπιοι φυλετικοί για να κάμψουν την τοπική αντίσταση στην κυριαρχία των Ταλιμπάν, η αντίστασή τους παρέμενε σπασμένη. Αυτός ήταν ένας τρόπος με τον οποίο η ιδεολογική θέρμη των Ταλιμπάν επιτάχυνε την τακτική επιτυχία.

Η νέα λατρεία του μαρτυρίου

Τίποτα δεν συμπυκνώνει καλύτερα την ιδεολογική δέσμευση ή τις εκσυγχρονιστικές τάσεις των Ταλιμπάν από τη βόμβα αυτοκτονίας. Τις πρώτες ημέρες της αμερικανικής επέμβασης, θεωρήθηκε –τόσο από τους Αφγανούς όσο και από τους ξένους— ότι κανένας Αφγανός δεν θα αυτοκτονούσε ποτέ για χάρη του ιερού πολέμου. Ο κώδικας των Παστούν τιμούσε τους ζωντανούς, όχι τους νεκρούς. Ένας άνδρας που αυτοκτονούσε έχανε την εκτίμηση των ομοίων του. Εγκατέλειπε, ντροπιαστικά, τις ευθύνες του απέναντι στους συγγενείς του. Το ταμπού κατά της αυτοκτονίας ήταν τόσο ισχυρό που όταν το 2004 οι Ταλιμπάν κατάφεραν να πυροδοτήσουν μια βόμβα σε αυτοκίνητο έξω από ένα κυβερνητικό υπουργείο στην Καμπούλ, οι Ταλιμπάν εξέδωσαν μια ανακοίνωση στην οποία διακήρυτταν ότι ο βομβιστής είχε πυροδοτήσει τη βόμβα του με τηλεχειρισμό. Η επίσημη κυβερνητική περιγραφή της βομβιστικής επίθεσης ως επίθεση αυτοκτονίας απορρίφθηκε από τους εκπροσώπους των Ταλιμπάν ως συκοφαντία κατά του κινήματός τους.

Η αποστροφή των Ταλιμπάν προς τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας θα άλλαζε σύντομα. Μέσα από μια συλλογή αφγανικών ποιημάτων, τραγουδιών, διαδικτυακών βίντεο, αναρτήσεων στο Facebook και προσωπικών συνεντεύξεων, ο ανθρωπολόγος Ντέιβιντ Έντουαρντς (David Edwards) κατάφερε να συνθέσει την ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης. Το έργο του «Caravan of Martyrs: Sacrifice and Suicide Bombing in Afghanistan», ξεκινά επίσης από τον κόσμο πριν από τους Σοβιετικούς. Η αφγανική ποίηση εκείνης της εποχής υμνεί τη μάχη με τουφέκια με μπουλόνι. Αυτό ήταν το όπλο της επιλογής για τους βεντέτες των φυλών. Κάθε βολή ενός τυφεκίου με μπουλόνι απαιτούσε προσεκτική στόχευση του όπλου και σκόπιμο τράβηγμα της σκανδάλης του. Η βεντέτα δεν είχε να κάνει τόσο με τη βία όσο με την ισορροπία: οι ηρωισμοί με το όπλο δεν έδιναν απλώς στους νέους άνδρες την ευκαιρία να αποκτήσουν φήμη, αλλά επέτρεπαν επίσης στα συμβούλια των φυλών να κρατούν το λογαριασμό.

Τα πολυβόλα δεν είναι φτιαγμένα για να κρατούν σκορ. Όταν οι Σοβιετικοί εισέβαλαν, οι αφγανικές φαντασιώσεις για ατομικούς ηρωισμούς διαλύθηκαν μπροστά στη βιαιότητα του βιομηχανικού πολέμου. Ο Έντουαρντς συγκρίνει την αντίδραση των Αφγανών στους σοβιετικούς βομβαρδισμούς πυροβολικού και στους βομβαρδισμούς κορεσμού (carpet bombing) με το σοκ που βίωσαν οι Άγγλοι ποιητές στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην εποχή του μηχανοποιημένου πολέμου, ο θάνατος είναι τυχαίος και αδιάκριτος. Ο ρόλος του ατόμου συρρικνώνεται: η προσωπική ανδρεία ή το θάρρος έχουν μικρή σημασία όταν αρχίζουν να πέφτουν οι βόμβες. Καθώς οι Αφγανοί πέθαιναν κατά εκατομμύρια, η πολεμική ποίηση του Αφγανιστάν άλλαξε. Σταμάτησε να εξυμνεί τους ήρωες και άρχισε να τιμά τους μάρτυρες.

Ο αμερικανικός τρόπος πολέμου ήταν πολύ λιγότερο καταστροφικός από τη βιομηχανική ανθρωποσφαγή των Σοβιετικών, αλλά διέβρωσε και αυτός τις αξίες της παραδοσιακής αφγανικής τάξης. Η αμερικανική πολεμική μηχανή απέφευγε το ρίσκο: η επιχείρηση που προτιμούσε ήταν μυστική και χειρουργική. Αυτό σήμαινε πλήγματα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη από αέρος ή επιδρομές των αμερικανικών δυνάμεων σε σπίτια υπόπτων για συμμετοχή στους Ταλιμπάν αργά τη νύχτα. Το τελευταίο ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικό –οι νυχτερινές επιδρομές περιλάμβαναν ξένους στρατιώτες που εισέβαλαν με τη βία στα διαμερίσματα των γυναικών— αλλά και οι δύο τακτικές επέβαλαν στους Αφγανούς ένα βαθύ αίσθημα ντροπής και ευαλωτότητας. Σύμφωνα με το παραδοσιακό σχήμα, ο άντρας που ατιμαζόταν στο σπίτι του μπορούσε να αποκαταστήσει την ισορροπία ατιμάζοντας τον εχθρό του στο σπίτι του. Αλλά πώς να ατιμάσει κανείς ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος; Όσο περισσότερο τραβούσε ο πόλεμος τόσο λιγότερο σημαντική γινόταν η παραδοσιακή ηθική της τιμής.

Το μονοπάτι του μαρτυρίου έδινε μια λύση σε αυτό το πρόβλημα. Όσοι ακολουθούσαν αυτό το μονοπάτι μπορούσαν να αντικαταστήσουν το αδιάκοπο κυνήγι της κοσμικής τιμής με κάτι απλούστερο και αγνότερο. Αντί για την εκτίμηση των ανθρώπων, οι Ταλιμπάν προσέφεραν τη δόξα του Θεού. Η σκέψη των Ταλιμπάν σε αυτό το σημείο θα διαμορφωνόταν έντονα τόσο από τη ρητορική όσο και από τις επιχειρήσεις της Αλ Κάιντα. Οι ιδεολόγοι της Αλ Κάιντα εξυμνούσαν την επίθεση αυτοκτονίας ως την πιο μεγαλειώδη μορφή μαρτυρίου. Οι μάρτυρες του σοβιετικού πολέμου, επεσήμαναν, είχαν επιλέξει τον σκοπό τους αλλά όχι τη μοίρα τους. Η στιγμή του θανάτου τους αποφασίστηκε από τον εχθρό. Ο βομβιστής αυτοκτονίας ήταν διαφορετικός. Ο θάνατός του ήταν μια πράξη δικής του επιλογής. Το μήνυμα αυτό ήταν ελκυστικό σε εκατοντάδες Αφγανούς άνδρες που πίστευαν ότι ο μηχανοποιημένος πόλεμος τους είχε στερήσει την αυτενέργειά τους—και αντιπροσώπευε μια θεμελιώδη αλλαγή στις αφγανικές αντιλήψεις για τον σκοπό και την τιμή.

Ο εναγκαλισμός των Ταλιμπάν με τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας αντανακλούσε μια νέα εμπλοκή με το παγκόσμιο τζιχαντιστικό κίνημα. Καθώς η ευαισθητοποίηση για άλλες ισλαμιστικές οργανώσεις εξαπλώθηκε σε όλο το Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν αντιμετώπισαν ισχυρές πιέσεις να σταθούν στο ύψος του ανταγωνισμού. Αυτή η συνθήκη δεν ήταν πουθενά πιο αληθινή από ό,τι με το Ισλαμικό Κράτος. Η προπαγάνδα του Ισλαμικού Κράτους, που εξαπλωνόταν με ένα viral βίντεο τη φορά, είχε ιδιαίτερη απήχηση στην αφγανική νεολαία που μεγάλωσε σε άναρχα αστικά κέντρα όπως η Καμπούλ και η Τζαλαλαμπάντ. Μέχρι το 2017, μεγάλος αριθμός αυτών των νέων ανατινάσσονταν. Οι Αφγανοί οπαδοί του Ισλαμικού Κράτους ήταν από μόνοι τους επιδέξιοι προπαγανδιστές, σκηνοθετώντας και μεταδίδοντας ακραίες πράξεις βαρβαρότητας που οι Ταλιμπάν δεν θα ανέχονταν ποτέ. Στο πιο διαβόητο περιστατικό, το Ισλαμικό Κράτος δημοσίευσε ένα βίντεο που έδειχνε τους μαχητές του να αναγκάζουν μια ομάδα γερόντων ενός χωριού να αυτοκτονήσουν γονατίζοντας πάνω σε αυτοσχέδια εκρηκτικά. Ήταν μια ανατριχιαστική απεικόνιση της έκλειψης της παραδοσιακής τάξης από ένα επαναστατικό ισλαμικό μέλλον.

Το Ισλαμικό Κράτος αποτελούσε άμεση απειλή στην αξιοπιστία των Ταλιμπάν. Οι εξτρεμιστές μπορούσαν πλέον να επιλέξουν ποιον αφέντη θα υπηρετούσαν. Οι Ταλιμπάν προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κρατήσουν τους σκληροπυρηνικούς τζιχαντιστές στους κόλπους τους. Ο Μαλκασιάν περιγράφει τον ανταγωνισμό που ακολούθησε ως «ανταγωνισμό της ελεύθερης αγοράς του τρόμου». Οι Ταλιμπάν νίκησαν αποσπάσματα του Ισλαμικού Κράτους σε αρκετές μάχες—και στη συνέχεια εξαπέλυσαν ένα κύμα βομβιστικών επιθέσεων για να κατευνάσουν τους δικούς τους εξτρεμιστές. Η εκστρατεία κορυφώθηκε με τον Χιμπατουλάχ Ακχουνζαντά (Hibatullah Akhundzada), εμίρη των Ταλιμπάν, να στέλνει τον 23χρονο γιο του στη Λασκάρ Γκα με ένα φορτηγό φορτωμένο με εκρηκτικά. Εκπρόσωποι των Ταλιμπάν πανηγύρισαν την επίθεσή του ως επιτυχία. Πολλά είχαν αλλάξει από τις ημέρες που οι Ταλιμπάν θεωρούσαν τη σύνδεση τους με τη βόμβα αυτοκτονίας ως συκοφαντία.

«Πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν»

Οι βομβιστές αυτοκτονίας αντιπροσωπεύουν το εξωτερικό άκρο μιας ευρύτερης τάσης. «Κάθε διοικητής των Ταλιμπάν είναι πρόθυμος να πεθάνει», δήλωσε ένας θρησκευτικός μελετητής των Ταλιμπάν στον Μαλκασιάν. «Πώς μπορούν ο στρατός και η αστυνομία να ανταγωνιστούν τους Ταλιμπάν;» Ένας θρησκευτικός ηγέτης στην Πακτίκα είχε μια παρόμοια δυσοίωνη άποψη για τις κυβερνητικές δυνάμεις: «Ακούω κάθε μέρα για ένα περιστατικό όπου σκοτώνονται αστυνομικοί ή στρατιώτες του στρατού. Αυτό σημαίνει ότι πολεμούν, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι καλοί στη μάχη. Φαίνονται καλά εξοπλισμένοι… αλλά δεν ξέρω αν είναι αφοσιωμένοι στην καταπολέμηση των Ταλιμπάν. Πολλοί από τους αστυνομικούς και τους στρατιώτες βρίσκονται εκεί μόνο για τα δολάρια. Πληρώνονται με καλούς μισθούς, αλλά δεν έχουν το κίνητρο να υπερασπιστούν την κυβέρνηση».

Οι κρίσεις αυτές ήταν ευρέως αποδεκτές. Ένας στους πέντε Αφγανούς στρατιώτες που συμμετείχαν στην έρευνα παραδέχθηκε ότι υπηρετούσε κυρίως για τον μισθό. Όταν ερωτήθηκε ο γενικός πληθυσμός, ένας στους δύο Αφγανούς δήλωσε ότι πίστευε ότι η πλειοψηφία των αστυνομικών και των στρατιωτών πολεμούσε μόνο για τα χρήματα. «Το ηθικό των Ταλιμπάν είναι καλύτερο από το ηθικό της κυβέρνησης», παραδέχθηκε ένας Αφγανός διοικητής. «Το ηθικό των Ταλιμπάν είναι πολύ υψηλό. Κοιτάξτε τους βομβιστές αυτοκτονίας τους. Οι Ταλιμπάν παρακινούν τους ανθρώπους να κάνουν απίστευτα πράγματα».

Στον πόλεμο, η απληστία είναι ένα ανεπαρκές κίνητρο: οι ιδιοτελείς θα γεμίσουν ευχαρίστως τις τάξεις του στρατού όταν η επιτυχία φαίνεται σίγουρη, αλλά έχουν ελάχιστα κίνητρα να επιμείνουν όταν η έκβαση της μάχης είναι αβέβαιη. Για τον λόγο αυτό, η ιστορία του σύγχρονου πολέμου είναι στενά συνυφασμένη με την ανάπτυξη του σύγχρονου εθνικισμού. Το σφαγείο του βιομηχανικού πολέμου δεν ήταν δυνατό μέχρις ότου εκατομμύρια άνθρωποι υιοθέτησαν κοινές ταυτότητες για τις οποίες άξιζε να πεθάνουν. Η νεωτερικότητα υποβιβάζει τους μισθοφόρους στο περιθώριο.

Η ίδια ιστορία διαδραματίστηκε ξανά και ξανά τις τελευταίες δύο δεκαετίες της αφγανικής ιστορίας. Η ιστορία μπορεί να ειπωθεί μέσω στατιστικών στοιχείων. Σύμφωνα με κάθε μέτρηση, οι μαχητές των Ταλιμπάν ήταν πρόθυμοι να βιώσουν μεγαλύτερες κακουχίες, να εκτεθούν σε μεγαλύτερους κινδύνους και να υποστούν μεγαλύτερες απώλειες από τους αντιπάλους τους. Οι αφγανικές κυβερνητικές δυνάμεις χρειάζονταν 1.800 στρατιώτες για να κρατήσουν με ασφάλεια τη Σανγκίν˙ οι Ταλιμπάν έλεγχαν την πόλη με λιγότερους από 800. Η κυβέρνηση χρειαζόταν 3.000 άνδρες για να φρουρήσει τη Ζάρη. Οι Ταλιμπάν, μόνο 600. Όταν το Σώμα Πεζοναυτών των ΗΠΑ συνεργάστηκε με τους Αφγανούς για την ανακατάληψη του χωριού Μετρζά τον Φεβρουάριο του 2010, οι τελευταίοι Ταλιμπάν δεν είχαν απομακρυνθεί μέχρι τον Δεκέμβριο. Ένας στους πέντε Ταλιμπάν στη Χελμάντ πέθανε στις μάχες—και οι υπόλοιποι υποχώρησαν με τάξη.

Αντίθετα, η επιχείρηση των Ταλιμπάν για την ανακατάληψη της πόλης το 2015 διήρκεσε μόνο μία εβδομάδα. Αφού άνοιξε ρήγμα στην άμυνα, εκατοντάδες στρατιώτες και αστυνομικοί εγκατέλειψαν το μέτωπο, αφήνοντας τα βαριά πολυβόλα και τα θωρακισμένα Humvees τους στον εχθρό. Άλλες ήττες ήταν ακόμη πιο ντροπιαστικές: όταν 500 Ταλιμπάν επιτέθηκαν στην πόλη Κουντούζ την ίδια χρονιά, οι 3.000 στρατιώτες και αστυνομικοί που υπερασπίζονταν την πόλη πολέμησαν για μόλις 12 ώρες πριν υποχωρήσουν άτακτα.

Οι δημοφιλείς εξηγήσεις για την επιτυχία των Ταλιμπάν δεν εξηγούν επαρκώς αυτές τις αποτυχίες στο πεδίο της μάχης. Τελικά ήταν αυτές οι αποτυχίες—όχι το ασφαλές καταφύγιο των Ταλιμπάν στο Πακιστάν ή η διαφθορά που ενδημεί στην κυβέρνηση—που εξηγούν την πορεία του πολέμου. Η διαμάχη μεταξύ των δύο οραμάτων της αφγανικής κοινωνίας κρίθηκε στο πεδίο της μάχης. Οι Ταλιμπάν ελέγχουν σήμερα το Αφγανιστάν επειδή σε αυτό το πεδίο οι άνδρες τους πολέμησαν περισσότερο και σκληρότερα από τους αντιπάλους τους. Ο Μαλκασιάν αποδίδει την ανθεκτικότητα των Ταλιμπάν στην ιδεολογική δέσμευση. «Περισσότεροι Αφγανοί συμπαθούσαν την κυβέρνηση παρά τους Ταλιμπάν», καταλήγει. «Αλλά περισσότεροι Αφγανοί ήταν πρόθυμοι να σκοτώσουν και να σκοτωθούν για λογαριασμό των Ταλιμπάν».

Αυτή είναι μια παλιά ιστορία. Η κατάκτηση αδύναμων βασιλείων και φυλετικών τάξεων από κατασκευαστές ενιαίων κρατών, με στρατούς γεμάτους εθνικιστικό φρόνημα και θρησκευτικό πάθος, ήταν κεντρικό στοιχείο στο ταξίδι της Δύσης προς τη νεωτερικότητα. Στον εικοστό πρώτο αιώνα, οι ΗΠΑ είδαν την ίδια διαδικασία να επαναλαμβάνεται στο Αφγανιστάν—και την πολέμησαν σε κάθε βήμα της διαδρομής. Αλλά τα αμερικανικά χρήματα και το ανθρώπινο δυναμικό δεν θα μπορούσαν ποτέ να σώσουν το παλιό Αφγανιστάν. Το 2021, πειθαρχημένες και ενωμένες δυνάμεις των Ταλιμπάν σάρωσαν τη χώρα. Ήταν το τέλος του πειράματος των Η.Π.Α. να φέρουν τη φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων στο Αφγανιστάν. Καθώς οι μαχητές των Ταλιμπάν εισέρχονταν στη μία πόλη μετά την άλλη, έφτασαν ως οι δυνάμεις μιας νέας και πολύ διαφορετικής νεωτερικότητας.

Πηγή Palladium.

Σχολιάστε