Εισαγωγή
Το άρθρο της Αρναβάζ (Arnavaz) «Όταν η σιωπή σπάει και ακούγονται οι φωνές» μεταφράστηκε στα αγγλικά από τα φαρσί από τη Νιλουφάρ Νεματολάχι (Niloufar Nematollahi) και δημοσιεύτηκε στο 145ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού e-flux.1 Οι λόγοι για τους οποίους επιλέξαμε να το μεταφράσουμε και να το δημοσιεύσουμε θα γίνουν προφανείς στην αναγνώστρια μόλις το διαβάσει. Θα περιοριστούμε να πούμε μόνο ότι σε πείσμα των καιρών το σύνθημα των γυναικών «Η απελευθέρωση είναι παγκόσμια, όχι Ανατολική ή Δυτική» εκείνη την 8η Μάρτη του 1979 ηχεί ως υπενθύμιση ότι οι βεβαιότητες των σύγχρονων αριστερών οπαδών του τριτοκοσμισμού, καθώς και του κατοπτρικού ειδώλου τους, τους δυτικόφιλους φιλελεύθερους, είναι καταδικασμένες να διαψευστούν.
Για τη Σεντικέχ Ντοουλαταμπάντι (SediqehDowlatabadi), η οποία ήταν η φωνή των γυναικών της γενιάς της2.
Για την Τζίνα Αμίνι (JinaAmini), που άνοιξε το στόμα της σε ένδειξη διαμαρτυρίας και δολοφονήθηκε γι’ αυτό, αλλά το όνομά της έγινε το σύμβολό μας.
Για τις Νιλούφαρ Χαμέντι (NiloofarHamedi)3 και Ελαχέχ Μοχαμαντί (ElahehMohammadi)4, που γράφουν με γενναίες φωνές και έχουν φυλακιστεί από την αρχή της εξέγερσης της Τζίνα.
Και για όλες τις εξεγερμένες, ανυπάκουες και γλωσσούδες γυναίκες στο Ιράν5.
«Η απελευθέρωση είναι παγκόσμια, όχι Ανατολική ή Δυτική6».
Στις 8 Μαρτίου 1979 και για πέντε ημέρες μετά, οι δρόμοι της Τεχεράνης, καλυμμένοι με βαρύ χιόνι, έγιναν θέατρο διαμαρτυριών και αντίστασης από γυναίκες που αντιτάχθηκαν στο υποχρεωτικό χιτζάμπ. Οι διαδηλώσεις αυτές έλαβαν χώρα λιγότερο από ένα μήνα μετά τη νίκη του κινήματος κατά του σάχη˙ ήταν οι πρώτες του είδους τους κατά της νεοσύστατης κυβέρνησης του Ρουχολάχ Χομεϊνί.
Μια μέρα νωρίτερα, στις 7 Μαρτίου, ο Χομεϊνί είχε εκφωνήσει ομιλία σε φοιτητές σεμιναρίου στην Κομ. Εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα πρέπει να χειρίζονται την «μη ισλαμική» ενδυμασία που φορούν οι γυναίκες, είπε: «Οι γυμνές γυναίκες δεν πρέπει να εισέρχονται στα ισλαμικά υπουργεία. Μπορούν να εισέλθουν, αλλά μόνο με χιτζάμπ».7
Την επόμενη ημέρα, κατά τη διάρκεια της τελετής για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, χιλιάδες γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, φωνάζοντας οργισμένα κατά της διαταγής του Χομεϊνί. «Την άνοιξη της απελευθέρωσης, μας λείπει η απελευθέρωση!» φώναζαν, μαζί με το «Η απελευθέρωση είναι παγκόσμια, όχι Ανατολική ή Δυτική!».8 Η πλειονότητα αυτών των γυναικών ανήκε στη μεσαία τάξη˙ εργάζονταν ως κυβερνητικές υπάλληλοι ή εκπαιδευτικοί ή ήταν φοιτήτριες ή μαθήτριες λυκείου. Όσες από αυτές ήταν πολιτικές ακτιβίστριες είχαν βγει στους δρόμους χωρίς να τους έχουν δοθεί οδηγίες από τα κόμματα στα οποία ανήκαν. Τα αριστερά και εθνικιστικά κόμματα κατά του Σάχη είχαν εγκαταλείψει αυτές τις γυναίκες, καθώς έβλεπαν τον αγώνα τους ως αντιπερισπασμό από την υπόθεση της επανάστασης και θεωρούσαν τις διαμαρτυρόμενες γυναίκες αστές.9
Οι γυναίκες που διαδήλωναν συναντήθηκαν με μια σειρά από ριζοσπάστες ισλαμιστές που κρατούσαν σπασμένα μπουκάλια, μαχαίρια και γκλοπ. Αυτοί οι εκνευρισμένοι μουσουλμάνοι που, στα χρόνια πριν από την Ισλαμική Επανάσταση, είχαν αποκαλέσει τις γυναίκες χωρίς χιτζάμπ «δυτικές κούκλες», «μαριονέτες του Ταγκούτ»10 και «δυτικομεθυσμένες»11, φώναζαν στα πρόσωπα αυτών των λεγόμενων αντεπαναστατικών γυναικών: «Ή φορέστε το χιτζάμπ ή φάτε ξύλο στο κεφάλι»! Αυτοί οι οργισμένοι άνδρες σήκωναν τις φούστες των γυναικών που διαμαρτύρονταν, αποκαλώντας τες «τσούλες» και «φτηνές πόρνες». Τους έδειχναν τα πέη τους, λέγοντάς τους: «Δεν θέλετε απελευθέρωση, αυτό θέλετε»! Κατά τη διάρκεια των έξι ημερών που οι γυναίκες αυτές διαμαρτύρονταν και πραγματοποιούσαν καθιστικές διαμαρτυρίες και δημόσιες συζητήσεις, πολλές επέστρεφαν κάθε μέρα στα σπίτια τους με ματωμένα κεφάλια και πρόσωπα, θυμωμένες και απογοητευμένες. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι μια κυβέρνηση που είχε συσταθεί με τη συμμετοχή τους θα μπορούσε να διαπράξει τέτοια βία εναντίον τους.
Ρώτησα τη μητέρα μου, η οποία ήταν έφηβη κατά τη διάρκεια της επανάστασης, πώς θυμόταν τη διαδικασία της καθιέρωσης του χιτζάμπ:
Θυμάμαι μια μέρα που σχολάσαμε από το μάθημα που μας προετοίμαζε για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Το μάθημα γινόταν σε ένα κτίριο κοντά στο κέντρο της πόλης. Φορούσα μια κοντομάνικη μπλούζα και μια φούστα που κάλυπτε τα γόνατά μου. Όταν έφτασα στην πόρτα της εξόδου, είδα μερικά μέλη μιας παραστρατιωτικής πολιτοφυλακής12 να παρελαύνουν με γκλοπ, να φωνάζουν και να επιτίθενται σε γυναίκες χωρίς χιτζάμπ. Κάποιοι από αυτούς φώναζαν: «Ή φοράτε χιτζάμπ ή χτυπιέστε στο κεφάλι!». Μέχρι σήμερα, το τραυματισμένο, αιμόφυρτο πρόσωπο ενός κοριτσιού στο δρόμο, περίπου στην ηλικία μου, έχει χαραχθεί στη μνήμη μου. Φοβήθηκα και έτρεξα πίσω στην τάξη. Περίμενα μερικές ώρες και αργότερα η καθηγήτρια χημείας με πήγε σπίτι μου. Μισούσα τη μαντίλα, αλλά φοβόμουν επίσης να βγω από το σπίτι. Έτσι κατέληξα να μείνω στο σπίτι. Για περίπου τρία χρόνια μετά από εκείνη την ημέρα, δεν έβγαινα σχεδόν ποτέ από το σπίτι. Και αν αναγκαζόμουν να βγω έξω, περπατούσα μόνο στα σοκάκια της γειτονιάς μου, την οποία γνώριζα καλά.
Σε μια άλλη ομιλία του 1979, ο Χομεϊνί διατύπωσε το όραμά του για την ιδανική σεξουαλική τάξη της κοινωνίας:
Το Ισλάμ αποτρέπει την λαγνεία. Το Ισλάμ δεν επιτρέπει [στους ανθρώπους] να κολυμπούν γυμνοί σε αυτές τις θάλασσες. Θα τους γδάρει ζωντανούς! Πηγαίνουν εκεί με αυτές τις γυμνές γυναίκες, και στη συνέχεια αυτές οι γυμνές γυναίκες έρχονται στις πόλεις! Όπως αυτό που θα συνέβαινε την εποχή του Ταγκούτ. Αν αυτά τα πράγματα συνεχίσουν να συμβαίνουν και σήμερα, οι άνθρωποι θα τους γδάρουν. Οι άνθρωποι είναι μουσουλμάνοι. Αυτό είναι που θέλουν από τον πολιτισμό. Αυτό είναι που θέλουν [οι γυναίκες χωρίς χιτζάμπ] από την απελευθέρωση! Θέλουν τη Δυτική απελευθέρωση … αλλά η κυβέρνηση θα τις σταματήσει. Αν δεν το κάνει η κυβέρνηση, ο λαός θα τις σταματήσει.13
Στις ομιλίες του, ο Χομεϊνί παρακινούσε τους επαναστάτες μουσουλμάνους άνδρες να επιτεθούν στις γυναίκες χωρίς χιτζάμπ. Στον αντιιμπεριαλιστικό ισλαμισμό των επαναστατών, οι γυναίκες χωρίς χιτζάμπ ήταν το σύμβολο της «δυτικομέθης» και του ιμπεριαλισμού. Μια από τις απειλές που έθετε η Δύση στη μουσουλμανική κοινωνία ήταν η απώλεια του ελέγχου των ανδρών επί της γυναικείας σεξουαλικότητας. Για τους άνδρες αυτούς, η θέα των γυναικών χωρίς χιτζάμπ στη δημόσια σφαίρα ήταν τόσο οδυνηρή που θεωρούσαν οποιαδήποτε καθυστέρηση της νέας κυβέρνησης να την πατάξει ως συνώνυμη της απώλειας των επαναστατικών ιδεωδών.
Ο Χομεϊνί και οι οπαδοί του δεν θεώρησαν ότι η καταστολή αυτή ήταν αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης. Η αντιμετώπιση των γυναικών χωρίς χιτζάμπ ήταν ευθύνη κάθε μουσουλμάνου. Ήταν μια επαναστατική ευθύνη, ένα θρησκευτικό καθήκον. Οι σύζυγοι, οι πατέρες και τα αδέλφια έπρεπε να παρακολουθούν τα θηλυκά μέλη της οικογένειάς τους και να καταστέλλουν τις γυναίκες χωρίς χιτζάμπ στους δρόμους. Κάθε γυναίκα χωρίς χιτζάμπ έπρεπε να αντιμετωπιστεί από μια σειρά μουσουλμάνων ανδρών, ώστε να εξαλειφθεί πλήρως το μπιχιτζάμπι («χωρίς χιτζάμπ» ή «ακάλυπτο»).14
Οι επιθέσεις και οι σεξουαλικές βιαιότητες εναντίον γυναικών με το πρόσχημα της επιβολής του χιτζάμπ έδειξαν ότι σε αυτό το νέο Ιράν, το χιτζάμπ δεν ήταν πλέον θέμα «κουλτούρας» ή «σύμβασης» αλλά κρίσιμος δείκτης για την εγκαθίδρυση της ισλαμικής κυβέρνησης στη συμβολική τάξη. Το Ιράν υποτίθεται ότι θα γινόταν το ιδεώδες μιας μουσουλμανικής χώρας, σε τέτοιο βαθμό που κάθε ταξιδιώτης στους δρόμους του Ιράν θα μπορούσε, με μια ματιά, να δει την ανώτερη σεξουαλική τάξη του. Το χιτζάμπ επιβλήθηκε στα κεφάλια και τα σώματα των γυναικών μετά την επανάσταση του 1979 από μια πρωτογονική μορφή πατριαρχικής διακυβέρνησης. Με τη βοήθεια των «γιων» του, ο Χομεϊνί, αυτός ο νέος και συνάμα παλιός πατέρας, ήταν αποφασισμένος να θέσει τις γυναίκες της μεσαίας τάξης χωρίς χιτζάμπ—το σημαντικότερο πολιτιστικό σύμβολο του δυτικότροπου καθεστώτος των Παχλαβί—στο επίκεντρο του νέου πολιτικού λόγου. Ή, ακριβέστερα, να τις εκτοπίσει από αυτόν. Δεκαέξι χρόνια πριν ηγηθεί της Ισλαμικής Επανάστασης, ο Χομεϊνί είχε αντιταχθεί στο διάταγμα kashf-e hijab (αποκάλυψη) του 1936 του Ρεζά Σαχ Παχλαβί, το οποίο απαγόρευε τη δημόσια χρήση του χιτζάμπ: «Είκοσι-κάτι χρόνια έχουν περάσει από αυτό το επαίσχυντο kashf-e hijab. Κοιτάξτε τι έχετε κάνει. Βάλατε τις γυναίκες σε κυβερνητικούς οργανισμούς. Μπορείτε να δείτε ότι κάθε κυβερνητικός οργανισμός που έχει τώρα γυναίκες μέσα του έχει παραλύσει». 15Από τη θέση του πατέρα και του ηγέτη, ο Χομεϊνί ζήτησε από κάθε γιο του να επιστρέψουν οι γυναίκες στο παστού—το παστού του σπιτιού και το χιτζάμπ.16
***
Θάνατος σε όποιον επιθυμεί να θάψει τις γυναίκες ζωντανές.
Μιρζαντέχ Εσγκί, Το μαύρο σάβανο, 1915
Το μίσος του Χομεϊνί και των οπαδών του για τις ακάλυπτες γυναίκες συνδέεται άμεσα με το κίνημα kashf-e hijab στις αρχές του εικοστού αιώνα στο Ιράν. Το κίνημα κατά του χιτζάμπ εμφανίστηκε λίγο μετά την επιτυχία της Συνταγματικής Επανάστασης του Ιράν (1905-1911) κατά της απόλυτης εξουσίας των βασιλέων Κατζάρ. Η επανάσταση αυτή πέτυχε υπό τη σημαία της «ισότητας και της αδελφοσύνης». Λίγο αργότερα, ψίθυροι κατά του χιτζάμπ εμφανίστηκαν στα γραπτά τόσο γυναικών όσο και ανδρών. Ωστόσο, τα κύρια αιτήματα του ιρανικού λαού εκείνη την εποχή αφορούσαν την «ανάπτυξη της πατρίδας» και την πρόοδο προς τις «πύλες του πολιτισμού».17
Στην ιστορία των αγώνων μεταξύ εθνικιστών και ισλαμιστών για να κερδίσουν ψήφους στο Ιράν, το ζήτημα των γυναικών έχει διατυπωθεί με πολλαπλούς και εξελισσόμενους τρόπους. Η σημασία του χιτζάμπ έχει κατά καιρούς παρουσιαστεί στο πλαίσιο του μητρικού ρόλου των γυναικών και της σημασίας της αναπαραγωγικής τους δύναμης με σκοπό την ανατροφή πατριωτικών παιδιών˙ άλλες φορές, οι γυναίκες έχουν παρουσιαστεί ως ικανές πολίτιδες πρόθυμες να οικοδομήσουν το εθνικό κράτος του Ιράν. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, το θέμα του χιτζάμπ συνδέθηκε άλλοτε με την υγεία των γυναικών και την έλλειψη κίνησης τους˙ άλλοτε θεωρήθηκε ως σύμβολο της διαγραφής τους από τη δημόσια και πολιτιστική ζωή.
Το 1920, ο ποιητής και συνταγματικός ακτιβιστής Μιρζαντέχ Εσγκί δημοσίευσε το λυρικό του έργο «Το μαύρο σάβανο» στη βραχύβια δεκαπενθήμερη φεμινιστική έκδοση «Γυναικεία Επιστολή». Ο αφηγητής της ιστορίας του Εσγκί επισκέπτεται τους αρχαίους ιστορικούς τόπους του Ιράν. Μπροστά στα αρχαία ερείπια, αναπολεί την περασμένη δόξα της χώρας του και θρηνεί γι’ αυτήν. Σε ένα ερειπωμένο κτίριο από την αυτοκρατορία των Σασσανιδών, συναντά ένα βαρύ μαύρο σώμα, το οποίο τελικά συνειδητοποιεί ότι είναι μια άρρωστη και κουρασμένη γυναίκα τυλιγμένη σε ένα μαύρο τσαντόρ (ένα υφασμάτινο κάλυμμα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια). Η γυναίκα εξηγεί στον αφηγητή την καταπίεση που βίωσε από τους συμπατριώτες της:
Η μόνη μου αμαρτία είναι ότι είμαι γυναίκα
Εξαιτίας αυτής της αμαρτίας θα παραμείνω καλυμμένη όσο είμαι ζωντανή
Φοράω μαύρα, και μέχρι την ημέρα που θα βγάλω αυτό το μαύρο [ύφασμα] από το σώμα μου
Η τύχη σου θα παραμείνει σκοτεινή και μίζερη γιατί εγώ είμαι η τύχη σου
Είμαι το πρόσωπο που μπορεί να αντιστρέψει την τύχη σου.18
Η γυναίκα (μεταφορά της θλιβερής και πονεμένης πατρίδας του Ιράν) προειδοποιεί τον αφηγητή (σύμβολο του εθνικιστή Ιρανού άνδρα) ότι το τσαντόρ λειτουργεί ως σάβανο θανάτου. Το τσαντόρ πλαισιώνεται ως σύμβολο της δυστυχίας και του θανάτου των Ιρανών γυναικών, και η σωτηρία του Ιράν και των ανδρών του εξαρτάται από την απελευθέρωσή τους. Αυτή η απελευθέρωση είναι δυνατή μόνο με το σκίσιμο του τσαντόρ/σάβανο.
Είκοσι χρόνια μετά τη δημοσίευση του «Μαύρου σάβανου», η σύνδεση που ο Εσγκί έκανε μεταξύ της ανάπτυξης του Ιράν και της αποκάλυψης των γυναικών είχε τέτοια επιρροή στους διανοούμενους που υποστήριξαν με θέρμη το διάταγμα kashf-e hijab. Μεταξύ των ακτιβιστών, συγγραφέων και στοχαστών που υποστήριξαν το διάταγμα ήταν γυναίκες όπως οι Χαντίτζεχ Αφζάλ Βαζίρι (Khadijeh Afzal Vaziri)19, Σεντικέχ Ντοουλαταμπάντι, Σαχνάζ Αζάντ (Shahnaz Roshdieh)20, Μαστουρέχ Αφσάρ (Mastoureh Afshar)21, Φακρ Οζμά Αργκούν (Fakhr-e Ozma Arghun)22 και Μεχρί Ταζ Ραχσάν (Mehr Taj-Rakhshan)23, και άνδρες όπως οι Αλί Ακμπάρ Ντάβαρ (Ali-Akbar Davar)24, Ιμπραήμ Χατζέχ Νουρ (Ebrahim Khajenoori)25, Αμπολγκασέμ Αζάντ Μαραγκέι (Abolghasem Azad Maraghei)26, Σαΐντ Ναφίσι (Saeed Nafisi)27 και Αχμάντ Κασραβί (Ahmad Kasravi)28.29
Το διάταγμα ήταν το αποτέλεσμα ενός λόγου που αναπτυσσόταν εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες μεταξύ των Ιρανών εθνικιστών. Τα χρόνια που προηγήθηκαν του διατάγματος kashf-e hijab είδαν τη δημοσίευση μιας σημαντικής συλλογής φεμινιστικών κειμένων σχετικά με το νόημα του χιτζάμπ, τις εξελισσόμενες ιδέες της αγνότητας και της τιμής και τους μεταβαλλόμενους ρόλους των φύλων στην οικογένεια και την κοινωνία. Οι υποστηρικτές του διατάγματος στράφηκαν σε αυτά τα κείμενα για να υποστηρίξουν ότι το μπιχιτζάμπι δεν ήταν πλέον σύμβολο της γυναικείας αγνότητας αλλά σημάδι προόδου. Παρόμοια με άλλους λόγους της νεωτερικότητας, ωστόσο, ο λόγος kashf-e hijab επηρέασε τη ζωή των Ιρανών γυναικών με δύο αντιφατικούς τρόπους. Από τη μία πλευρά, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του kashf-e hijab επιτάχυνε την πειθάρχηση του γυναικείου σώματος και τη διαγραφή της παραδοσιακής θηλυκότητας˙ από την άλλη, κατέστησε δυνατή την ενεργό συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνία.30
Αφού ο Σάχης Ρεζά, ο πρώτος μονάρχης των Παχλαβί, παραιτήθηκε το 1941, ο μεγαλύτερος γιος του, Μοχάμεντ Ρεζά, στέφθηκε νέος μονάρχης. Πολλές γυναίκες που είχαν υπακούσει στο διάταγμα, φόρεσαν ξανά το τσαντόρ και το χιτζάμπ, αν και πολλές γυναίκες των πόλεων συνέχισαν να κυκλοφορούν ακάλυπτες. Το διάταγμα kashf-e hijab εξόργισε τους κληρικούς τόσο πολύ που μέχρι σήμερα, μετά από σχεδόν ενενήντα χρόνια, οι Ιρανοί ισλαμιστές εξακολουθούν να μισούν τη μοναρχία των Παχλαβί γι’ αυτό. Οι αντίπαλοι της μοναρχίας Παχλαβί θεωρούσαν την αυξημένη παρουσία των γυναικών της μεσαίας τάξης στους δρόμους, που φορούσαν μακιγιάζ και κοντές φούστες, χόρευαν σε κλαμπ με άνδρες φίλους, σύχναζαν σε καφετέριες, κινηματογράφους και πανεπιστήμια, ως το μεγαλύτερο σύμβολο της «δυτικομέθης» του καθεστώτος Παχλαβί.
***
Ο δυτικομεθυσμένος είναι παρηκμασμένος. Είναι θηλυπρεπής.
-Τζαλάλ Αλ-ε Αχμάντ, Occidentosis: 1962.
Τη δεκαετία του 1960 εμφανίστηκε ένας νέος λόγος, ο οποίος είχε θεμελιώδη αντίκτυπο στους διανοούμενους που βγήκαν στους δρόμους κατά του Σάχη δεκαπέντε χρόνια αργότερα και ενώθηκαν με τον Χομεϊνί: ο λόγος της αυθεντικότητας και της τριτοκοσμικής εξουσίας. Με έμφαση στον ιμπεριαλισμό και τον ντόπιο πολιτισμό, ο λόγος αυτός παρήγαγε γραπτά που συνδύαζαν το μίσος της διανόησης για τον δυτικό ιμπεριαλισμό, για την κυβέρνηση Παχλαβί και για την προσανατολισμένη στη Δύση άποψη της κυβέρνησης για τον εκσυγχρονισμό.31 Το σημαντικότερο βιβλίο που γράφτηκε αυτή την περίοδο ήταν το Occidentosis του Τζαλάλ Αλ-ε Αχμάντ (Jalal Al-e Ahmad).32 Η εξέταση από τον Αλ-ε Αχμάντ των εκδηλώσεων της δυτικομέθης στην ιρανική κοινωνία, με κυριότερες την ενδυμασία και τα ήθη των γυναικών της μεσαίας τάξης, προκάλεσε βαθιά εντύπωση σε γενιές Ιρανών διανοουμένων. Ο Αλ-ε Αχμάντ θεωρούσε αυτές τις «δυτικομεθυσμένες» γυναίκες κενές, επιδεικτικές σαν παγώνια και χωρίς χαρακτήρα:
Έτσι, δώσαμε στις γυναίκες μόνο το δικαίωμα να παρελαύνουν δημοσίως. Τραβήξαμε τις γυναίκες, τις συντηρήτριες της παράδοσης, της οικογένειας και των μελλοντικών γενεών, στο κενό, στο δρόμο. Τις αναγκάσαμε στην επίδειξη και την επιπολαιότητα, κάθε μέρα να φρεσκαριστούν και να δοκιμάσουν ένα νέο στυλ και να περιπλανηθούν. Τι γίνεται με την εργασία, το καθήκον, την κοινωνική ευθύνη και τον χαρακτήρα; Υπάρχουν πολύ λίγες γυναίκες που ασχολούνται πια με τέτοια πράγματα.33
Ο Αλ-ε Αχμάντ στρέφει το μίσος του και προς τους «δυτικομεθυσμένους» άνδρες, αποκαλώντας τους ματαιόδοξους και θηλυπρεπείς:
Ο δυτικομεθυσμένος είναι ξεπεσμένος. Είναι θηλυπρεπής. Προσέχει πολύ την περιποίησή του. Ξοδεύει πολύ χρόνο για να καλλωπίσει τον εαυτό του. Μερικές φορές βγάζει ακόμα και τις βλεφαρίδες του. Δίνει μεγάλη σημασία στα παπούτσια του, στην γκαρνταρόμπα του και στην επίπλωση του σπιτιού του. Φαίνεται πάντα ότι έχει ξετυλιχτεί από χρυσή μεμβράνη ή ότι έχει έρθει από κάποιο ευρωπαϊκό «maison».34
Ο Ρεζά Μπαραχένι (Reza Baraheni), ένας από τους πιο επιφανείς ποιητές και διανοούμενους του Ιράν και στενός φίλος του Αλ-ε Αχμάντ, είχε παρόμοιες ιδέες για τις γυναίκες των πόλεων και της μεσαίας τάξης:
Η Ιρανή γυναίκα του παρελθόντος … ήταν καλή νοικοκυρά, καταλάβαινε τη στοργή και την αγνότητα και τουλάχιστον ήταν γεμάτη με το αίσθημα της αυτοθυσίας για τους γύρω της. Η αστική γυναίκα χάνει ακόμη και αυτά τα βασικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Έχει μάθει την απεριόριστη ακολασία και την ασυδοσία από τη Δύση και αφού άφησε στην άκρη το τσαντόρ, έκανε ένα άλμα στις πιο ατιμωτικές συγκεντρώσεις για να φτάσει στην πρώτη γραμμή των «καλλιεργημένων γυναικών» του κόσμου και βλέπουμε πώς, αφού έκανε αυτό το άλμα, στην άλλη πλευρά αυτών των γραμμών, πέφτει σε μια ανούσια και μηδενιστική αισχροκέρδεια και ο βούρκος καλύπτει το πρόσωπο και το κεφάλι της.35
Τα λόγια του Μπαραχένι γράφτηκαν λίγα χρόνια μετά την επιτυχία της Ισλαμικής Επανάστασης, στο αποκορύφωμα της καταπίεσης των γυναικών. Αλλά η έννοια της «δυτικότροπης» ασυδοσίας των γυναικών δεν ήταν καθόλου ξένη στο λόγο των Ιρανών αριστερών. Το 1983, τη χρονιά που ο Χομεϊνί εξέδωσε διάταγμα που απαιτούσε από τις γυναίκες να φορούν χιτζάμπ, η εφημερίδα Haqiqat, όργανο μιας ιρανικής μαοϊκής ομάδας, κατήγγειλε την «φανταχτερή» και «αποκρουστική» ενδυμασία των αστών γυναικών, συνδέοντάς την με την ιμπεριαλιστική Δύση:
Οι κομμουνιστές αντιτίθενται σθεναρά στην αισχροκέρδεια και στα φανταχτερά και αποκρουστικά ρούχα γυναικών και ανδρών και δεν θα επιτρέψουν την εξάπλωση της σάπιας, οπισθοδρομικής κουλτούρας του ιμπεριαλισμού με το πρόσχημα της ελευθερίας. Στο μυαλό τους, οι γυναίκες δεν είναι αντικείμενα που πρέπει να χρωματίζονται και να βερνικώνονται και να εκτίθενται σύμφωνα με την καθημερινή μόδα. Στο μυαλό τους, οι γυναίκες δεν είναι αντικείμενα της ακολασίας των ανδρών και εργαλεία για την ικανοποίηση των σεξουαλικών τους επιθυμιών, ώστε να βγαίνουν στους δρόμους και στα παζάρια με φανταχτερά και αποκρουστικά ρούχα και να διαδίδουν τη διαστροφή. Οι κομμουνιστές γνωρίζουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πώς οι αστικές τάξεις που κυβερνούν τις αυτοκρατορικές χώρες έχουν μετατρέψει τις γυναίκες σε αντικείμενα.36
Η γλώσσα αυτή παρουσιάζει μια ανατριχιαστική ομοιότητα με τα γραπτά του Μουρταζά Μουταχάρι, ενός από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του ισλαμικού χιτζάμπ στο Ιράν:
Αυτή η επαίσχυντη κατάσταση του μπιχιτζάμπι … είναι ένα από τα χαρακτηριστικά των κακών δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών … Η τιμή μιας γυναίκας επιβάλλει να είναι ψύχραιμη, συγκρατημένη και ευγενική όταν βγαίνει από το σπίτι, ότι με τη συμπεριφορά της και την επιλογή του ντυσίματός της, δεν σκοπεύει σκόπιμα να διεγείρει ή να ερεθίσει τους άνδρες, δεν τους προσκαλεί ουσιαστικά προς το μέρος της, δεν ντύνεται γλαφυρά, δεν χρωματίζει γλαφυρά και με νόημα την ομιλία της με ρυθμό, γιατί μερικές φορές οι χειρονομίες μιλούν, ο τρόπος που περπατάει ένας άνθρωπος μιλάει˙ ο τρόπος που πραγματικά μιλάει είναι άλλο θέμα.37
Τα δύο αυτά κείμενα συνδέονται με την προβολή της αντικειμενοποίησης των γυναικών στη Δύση και την απόρριψη της διείσδυσης του δυτικού ιμπεριαλισμού στον ιθαγενή ιρανικό πολιτισμό. Την εποχή της δημοσίευσής τους, τα κείμενα δεν ήταν καθόλου ξεχωριστά ή αμφιλεγόμενα. Δεκαπέντε χρόνια πριν από την επανάσταση του 1979 -μια επανάσταση κατά την οποία οι μουσουλμάνοι άνδρες απειλούσαν βίαια τις γυναίκες στους δρόμους- διανοούμενοι όπως ο Αλ-ε Αχμάντ, σε συγχρονισμό με τους ισλαμιστές, εισήγαγαν τον μισογυνισμό στον πολιτικό λόγο του κινήματος κατά της μοναρχίας. Όπως και οι ισλαμιστές επαναστάτες, αυτοί οι διανοούμενοι πίστευαν ότι οι ακάλυπτες γυναίκες της μεσαίας τάξης ήταν παράσιτα χωρίς αξιοπρέπεια που ντύνονταν για να προσελκύσουν τους άνδρες και να προπαγανδίσουν τη διαφθορά.
Το 1980, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης με μια ομάδα Γάλλων φεμινιστριών, ο Αγιατολάχ Μαχμούντ Ταλεκάνι, ένας από τους σημαντικότερους κληρικούς μετά την επανάσταση και μέλος της Συνέλευσης των Εμπειρογνωμόνων, αντιπαρέβαλε τα δικαιώματα των γυναικών στο Ισλάμ με τα δικαιώματα των γυναικών στην Ευρώπη: «Πρώτα πρέπει να δοθεί ένας ορισμός των δικαιωμάτων… Αν τα δικαιώματα των γυναικών σημαίνουν την προσφορά των γυναικών ως σεξουαλικών αντικειμένων, αυτό που υπάρχει στις ευρωπαϊκές χώρες, όπου η γυναίκα δεν έχει κανένα δικαίωμα εκτός από το να προσφέρει και να πουλάει τον εαυτό της ως σεξουαλικό αντικείμενο, αυτό είναι η άρνηση των δικαιωμάτων των γυναικών».38
Την ίδια χρονιά, στις 8 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, το περιοδικό Ketab-e Jom’e (Το βιβλίο της Παρασκευής), με επικεφαλής τον διακεκριμένο αριστερό ποιητή Αχμάντ Σαμλού, υπογράμμιζε τη σημασία της διάκρισης μεταξύ των σκληρά εργαζόμενων επαναστατικών γυναικών και των αστών γυναικών:
Έχει περάσει ένας χρόνος από το γενναίο κίνημα και τη διαμαρτυρία των γυναικών του έθνους στις 8 Μαρτίου … αλλά στην πατρίδα μας ορισμένα μέσα ενημέρωσης και αξιωματούχοι της εθνικής τηλεόρασης πήραν θέση ενάντια στην επαναστατική πράξη αυτών των γυναικών. Επικεντρώνοντας τον φακό της κάμερας στα πρόσωπα ενός μικρού αριθμού γυναικών με πλήρες μακιγιάζ, τα μέσα ενημέρωσης παραποίησαν την πραγματικότητα επί τόπου, προσπαθώντας σκληρά να παρουσιάσουν το τεράστιο πλήθος των σκληρά εργαζόμενων, διανοούμενων και επαναστατικών γυναικών ως μια μικρή αντιδραστική ομάδα στενά συνδεδεμένη με τη ΣΑΒΑΚ.39
Ακόμη και σε αυτή την περιγραφή των γυναικών που διαμαρτύρονται για το δικαίωμα να ελέγχουν το σώμα τους, ο αριστερός συγγραφέας κάνει σαφείς ταξικούς διαχωρισμούς μεταξύ αυτών των γυναικών. Είναι σαν η παρουσία ενός μικρού αριθμού εύπορων γυναικών σε αυτές τις διαμαρτυρίες να φέρνει σε δύσκολη θέση τους αριστερούς διανοούμενους. Σε αυτή την περιγραφή, αυτό που κάνει την προνομιούχο γυναίκα άξια παρενόχλησης είναι τα ρούχα και το μακιγιάζ της, η επιδεικτικότητα–με μια λέξη, η αδιαμαρτύρητη έκφραση της σεξουαλικότητάς της.
Εκείνη την εποχή, ήταν κοινή πεποίθηση στο Ιράν ότι δεν υπήρχε καμία διαφορά μεταξύ της παραδοσιακής μαντίλας των εργατριών και του ισλαμικού χιτζάμπ. Μια πλημμύρα κειμένων που καταδίκαζαν τις γυναίκες της μεσαίας τάξης επειδή φορούσαν μακιγιάζ έπεισε πολλές γυναίκες ότι το χιτζάμπ δεν ήταν θέμα θρησκείας ή πολιτικής αλλά πολιτισμικής διαφοράς μεταξύ των γυναικών. Εν τω μεταξύ, πολλοί άνδρες είχαν αρχίσει να βλέπουν το χιτζάμπ ως εργαλείο αντίστασης κατά της μοναρχίας και της Δύσης. Προωθούσαν τις «απελευθερωμένες» και “επαναστατικές” καλυμμένες γυναίκες ενάντια στις «γυναίκες-μαριονέτες της Δύσης». Όπως υποστήριξε η Ιρανή φεμινίστρια συγγραφέας Νάγερεχ Τοχίντι (Nayereh Tohidi),
Στον κατάλογο των αμαρτημάτων της σύγχρονης Ιρανής γυναίκας, εκτός από τα αμαρτήματα που αναφέρονται για τη δυτική γυναίκα, υπήρχε και το μεγαλύτερο αμάρτημα του να γίνει η πέμπτη φάλαγγα για τα κίνητρα και τους στόχους του δυτικού ιμπεριαλισμού… Ο βαθμός στον οποίο μια γυναίκα ήταν δυτικότροπη μετριόταν γενικά με βάση το ντύσιμό της, το πόσο δέρμα έδειχνε, τον τρόπο που φορούσε μακιγιάζ και έφτιαχνε τα μαλλιά της, τους τρόπους και την κοινωνική της συμπεριφορά, καθώς και τον τρόπο και την ποσότητα της παρουσίας της σε ένα δημόσιο χώρο. Οι επιθέσεις κατά των δυτικομεθυσμένων γυναικών … γίνονταν με το πρόσχημα μιας δυτικότροπης αλλαγής της κοινωνικής συμπεριφοράς, της σεξουαλικής συμπεριφοράς και του τρόπου που παρουσίαζε τον εαυτό της.40
Σε αυτή την περιγραφή, οι επαναστάτριες είτε προέρχονταν από τις εργατικές τάξεις και φορούσαν το χιτζάμπ εθιμικά, είτε ήταν γυναίκες που συνειδητά απέρριπταν το μακιγιάζ. Στις αριστερές ομάδες, το κραγιόν και οι κοντές φούστες απαγορεύονταν˙ τυχόν λάθη στο ντύσιμο ή το μακιγιάζ που μύριζαν δυσοσμία οδηγούσαν σε παρατεταμένες συναντήσεις «αυτοκριτικής».41 Το δυαδικό σύστημα της απελευθερωμένης γυναίκας έναντι της δυτικοποιημένης γυναίκας που προέκυψε από τον λόγο της αυθεντικότητας επικεντρώθηκε στη σεξουαλικότητα των γυναικών και στον τρόπο έκφρασής της. Σε αυτόν τον λόγο, η επαναστατική γυναίκα ήταν αυθεντική, αγνή και αυτοθυσία, ενώ η αστική γυναίκα ήταν αδαής, σεξουαλικά ασύδοτη και χωρίς πολιτική δράση. Η αστική γυναίκα, που διαμαρτύρεται για το δικαίωμα να επιλέγει πώς θα ντύνεται, θεωρήθηκε μαριονέτα του καθεστώτος Παχλαβί, υποταγμένη στη δυτική κουλτούρα και επιφανειακή. Τίποτα περισσότερο από ένα σεξουαλικό αντικείμενο, ο μοναδικός σκοπός της ζωής της ήταν να ικανοποιεί τις σεξουαλικές επιθυμίες των ανδρών.42
Ενώ έγραφα αυτό το δοκίμιο, ρώτησα τους γονείς μου για τις αναμνήσεις τους από την υποχρεωτική χρήση του χιτζάμπ. Την εποχή της επανάστασης του 1979, ο πατέρας μου ήταν ένας νέος άνδρας γύρω στα είκοσι του. Ήταν ένας παθιασμένος, μορφωμένος, κοσμικός επαναστάτης που, όπως ο πατέρας και ο παππούς του, ήταν ενεργός σε διάφορα αριστερά κόμματα. Ενώ η μητέρα μου μοιράστηκε τις αναμνήσεις της από τη βία που ασκήθηκε σε ακάλυπτες γυναίκες από παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές, ο πατέρας μου είπε ότι δεν θυμόταν πολλά. «Στην αρχή, υπήρχαν μόνο λίγες γυναίκες που φορούσαν μαντίλες», είπε. «Αλλά σιγά σιγά η μαντήλα έγινε υποχρεωτική». Τον ρώτησα: «Συμμετείχατε σε κάποια από τις διαμαρτυρίες κατά της υποχρεωτικής μαντίλας;». Απάντησε: «Όχι. Θεωρούσαμε ότι αυτές οι διαμαρτυρίες αποτελούσαν μέρος του αντεπαναστατικού κινήματος. Κανείς δεν πίστευε ότι το χιτζάμπ θα γινόταν πράγματι υποχρεωτικό». Τον ρώτησα για τις γυναίκες συναδέλφους του στα αριστερά κόμματα. Αναρωτήθηκα για τις απόψεις τους σχετικά με το υποχρεωτικό χιτζάμπ, αν το αποδέχονταν εύκολα ή αν το συζητούσαν με τους άνδρες συντρόφους τους. Υπήρξε μια μεγάλη παύση. «Δεν θυμάμαι», είπε.
Αυτό το κενό στη μνήμη του πατέρα μου μου θυμίζει τις επίμονες σιωπές στα γραπτά των ανδρών αριστερών κατά τα χρόνια μετά την επανάσταση και τις δεκαετίες που ακολούθησαν. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, μόνο αριστερές γυναίκες έχουν κατηγορήσει τα αριστερά κόμματα στο Ιράν για την άρνησή τους να αντιταχθούν στην υποχρεωτική χιτζάμπ και για τον σεξισμό των μελών του κόμματος. Οι ισχυροί έχουν μικρότερη μνήμη και, με εύκολη συνείδηση, αποδέχονται τις δικές τους σιωπές. Η σιωπή του πατέρα μου και των ανδρών συντρόφων του κάνει τις αναμνήσεις της απολιτίκ μητέρας μου ακόμη πιο οδυνηρές. Ήταν απλώς ένα κορίτσι της μεσαίας τάξης που ονειρευόταν πανεπιστημιακές σπουδές και μια ανεξάρτητη ζωή στη μεγάλη πόλη. Ένα κορίτσι που, εξαιτίας του τρόπου που ντυνόταν, θεωρήθηκε από τους άνδρες διανοούμενους της γενιάς της ως μαριονέτα της Δύσης. Το δικαίωμά της στην απελευθέρωση και τη ζωή, όπως και τα δικαιώματα πολλών άλλων γυναικών, ξεχάστηκε μέσα στο χάος της επαναστατικής εξέγερσης των ανδρών. Ήταν ένα κορίτσι που αναγκάστηκε να μείνει στο σπίτι για τρία χρόνια μετά την επανάσταση. Που έγινε μάρτυρας της δολοφονίας και του λιθοβολισμού των φίλων της από τα χέρια του καθεστώτος. Η Ισλαμική Επανάσταση άλλαξε για πάντα την πορεία της ζωής της, όπως άλλαξε και την πορεία πολλών άλλων γυναικών στο Ιράν. Μπροστά σε αυτή την οδυνηρή πραγματικότητα, άνδρες σαν τον πατέρα μου έχουν μόνο ένα πράγμα να πουν, που επαναλαμβάνεται ξεδιάντροπα επί δεκαετίες από τη βία του καθεστώτος κατά των γυναικών: «Δεν θυμάμαι».
Σημειώσεις
1 https://www.e-flux.com/journal/145/605714/when-silence-is-broken-and-voices-ring-out/
2 Μια από τις πρώτες Ιρανές φεμινίστριες, η Σεντικέχ Ντοουλαταμπάντι (1882-1961) ήταν αρχισυντάκτρια του περιοδικού Γλώσσα των Γυναικών (Women’s Tongue). Το όνομα του περιοδικού ήταν μια ανατροπή της ιδέας, δημοφιλούς εκείνη την εποχή, ότι οι γυναίκες που είχαν «μεγάλη γλώσσα» και αντιμιλούσαν έπρεπε να τιμωρούνται.
3 Η ΝιλούφαρΧαμέντι(γεννηθείσα στις 22 Οκτωβρίου 1992) είναι Ιρανή δημοσιογράφος που εργάζεται για την ημερήσια εφημερίδα Shargh.Συνελήφθη κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων μετά τη δολοφονία της Μαχσά Αμίνι επειδή έβγαλε την είδηση για τη Μαχσά και έκανε ρεπορτάζ για τη μεταχείρισή της από την αστυνομία του Ιράν. Η Χαμεντί είναι επίσης γνωστή για το έργο της ως μία από τις πρώτες δημοσιογράφους που πήρε συνέντευξη από την οικογένεια και τον δικηγόρο της φυλακισμένης συγγραφέως Σεπιντέ Ρασνού και δημοσίευσε μια ερευνητική έκθεση για την υπόθεσή της. Το περιοδικό Time την ονόμασε έναν από τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο το 2023.
4 Η Ελαχέχ Μοχαμαντί (γεννηθείσα στις 9 Μαΐου 1987) είναι Ιρανή δημοσιογράφος που ασχολείται με θέματα κοινωνίας και γυναικών στην καθημερινή εφημερίδα Ham-Mihan. Το περιοδικό Time την ονόμασε έναν από τους 100 ανθρώπους με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο το 2023. Η Μοχαμαντί συνελήφθη από τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας τον Σεπτέμβριο του 2022 για ρεπορτάζ σχετικά με την κηδεία της Μαχσά Αμινί
5 Στο μεγαλύτερο μέρος αυτού του κειμένου έχει μεταφραστεί ο όρος «zabaan» στα φαρσί -κυριολεκτικά «γλώσσα»- ως «φωνή». Εδώ, ωστόσο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «γλωσσού» για να τονίσουμε πώς η γλώσσα μπορεί να γίνει όπλο. Η έκφραση στα φαρσί «zaboon dar avordi»-«έχεις βγάλει γλώσσα»- χρησιμοποιείται όταν κάποιος θεωρείται ασεβής επειδή μιλάει εκτός σειράς ή λέει κάτι ανεπιθύμητο. Έτσι, το να είσαι «γλωσσού» σημαίνει να αρνείσαι να υποκύψεις στις δυνάμεις που θέλουν να κρατάς τη γλώσσα σου.
6 ΣΤΜ: Στις 8 Μαρτίου 1979, την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, και μόλις ένα μήνα μετά τη νίκη της ιρανικής επανάστασης, οι γυναίκες του Ιράν πραγματοποίησαν μαζική διαδήλωση με τα συνθήματα «Δεν κάναμε επανάσταση για να υποχωρήσουμε» και «Η απελευθέρωση είναι παγκόσμια, όχι Ανατολική ή Δυτική». Σε απάντηση, ο Χομεϊνί κήρυξε τα γενέθλια της κόρης του Προφήτη Μωάμεθ ως Ημέρα της Γυναίκας.
7 Ruhollah Khomeini, Sahifeh-e Imam: Oassese-ye Tanzim va Nashr Asar-e Imam khomeini (Sahifeh-e Imam: An Anthology of Imam Khomeini’s Speeches, Messages, Interviews, Decrees, Religious Permissions, and Letters) (Institute for Compilation and Publication of Imam Khomeini’s Works, 2007), 329.
8 Βλ. https://www.youtube.com/watch?v=ROsyiZPFcPw
9 Μια λεπτομερής περιγραφή των έξι ημερών αναταραχής μπορεί να βρεθεί στο Mahnaz Matin and Nasser Mohajer, Iranian Women’s Uprising, March 8, 1979, vol. 1 and 2 (Noghteh, 2013 and 2010).
10 Η κυριολεκτική μετάφραση αυτού του όρου είναι «τύραννος», αλλά εκείνη την εποχή χρησιμοποιήθηκε ως συντομογραφία για την κυβέρνηση του Σάχη, μια «επίγεια τυραννία» που δεν ακολουθούσε τον κανόνα του Θεού.
11 ΣΤΜ: Επιλέξαμε να μεταφράσουμε τον όρο “Westoxified” ως δυτικομεθυσμένες. Στα Φαρσί είναι gharbzadegi. Επινοήθηκε από τον Ιρανό κοσμικό διανοούμενο Τζαλάλ αλ-ε Αχμάντ (Jalal al-e Ahmad) για να περιγράψει τη γοητεία και την εξάρτηση από τη Δύση σε βάρος των παραδοσιακών, ιστορικών και πολιτιστικών δεσμών με το Ισλάμ και τον ισλαμικό κόσμο. Ορίζεται ως αδιάκριτος δανεισμός από τη Δύση και μίμηση της Δύσης, που ενώνει τους δύο κινδύνους του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού και της πολιτικής κυριαρχίας. Υπονοεί μια αίσθηση μέθης ή ξεμυαλίσματος που εξασθενεί την ορθολογική κρίση και προσδίδει αδυναμία να δει τους κινδύνους που παρουσιάζει η τοξική ουσία, δηλαδή η Δύση. Ο όρος υιοθετήθηκε από τον Αλί Σαριάτι (Ali Shariati), ιδεολόγο της ιρανικής επανάστασης, για να περιγράψει τα αποτελέσματα του προγράμματος εκσυγχρονισμού του Ιράν.
12 Ευρύτερα γνωστής ως Basij. ΣΤΜ: Η Basij είναι μια παραστρατιωτική εθελοντική πολιτοφυλακή στη σφαίρα του Σώματος Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) και «ένας» από τους πέντε κλάδους του.
13 Ομιλία που δόθηκε στη Σχολή Φεϊζιγιέ της Κομ στις 7 Μαρτίου 1979.
14 ΣΤΜ: Επιλέξαμε να κρατήσουμε τον όρο μπιχιτζάμπι (bihijabi) που υποδηλώνει το ακάλυπτο της κεφαλής.
15 Khomeini, Sahifeh-e Imam, 118.
16 Στα παραδοσιακά περσικά σπίτια, το παστού είναι ένας κλειστός, κρυφός χώρος (συνήθως πίσω από ένα μεγαλύτερο δωμάτιο) όπου αποθηκεύονται τα τρόφιμα. Μοιάζει με μικρό ντουλάπι ή ντουλάπα και χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τις γυναίκες.
17 Για μια σε βάθος συζήτηση για τη Συνταγματική Επανάσταση – ένα σύνθετο σημείο καμπής στην ιρανική ιστορία, βλ. https://www.iranicaonline.org/articles/constitutional-revolution-index/
18 Mirzadeh Eshghi, Koliyat-e Mosavar-e Mirzadeh Eshghi (The complete Mirzadeh Eshghi illustrated collection), ed. Mashir Salimi and Ali Akbar (Amir Kabir, 1979).
19 Η Χαντίτζεχ Αφζάλ Βαζίρι (1889-1981) ήταν Ιρανή ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, δημοσιογράφος και εκπαιδευτικός. Αγωνίστηκε κατά της επιβεβλημένης φορέσεως του τσαντόρ και υποστήριξε το Kashf-e hijab. Μετά το θάνατό της, η κόρη της Μεχρανγκίζ Μαλλάχ (Mehrangiz Mallah) συνέταξε και επιμελήθηκε τα προφορικά απομνημονεύματα της μητέρας της, τα οποία ήταν τα πρώτα δημοσιευμένα προφορικά απομνημονεύματα μιας γυναίκας που έζησε στο προεπαναστατικό Ιράν.
20 Η Σαχναζ Ρουσντιέ (1901-1961), επίσης γνωστή ως Σαχναζ Αζάντ ήταν δημοσιογράφος και πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στο Ιράν. Ήταν επίσης η εκδότρια της εφημερίδας Γυναικεία Επιστολή.
21 Η Μαστουρέχ Αφσάρ (1898-1951) ήταν Ιρανή διανοούμενη, φεμινίστρια και πρωτοπόρος στο κίνημα για τα δικαιώματα των γυναικών στο Ιράν[1].Μαζί με άλλες Ιρανές φεμινίστριες συνίδρυσε τον ριζοσπαστικό Πατριωτικό Σύνδεσμο Γυναικών του Ιράν στην Τεχεράνη το 1922. Έγινε πρόεδρος του συλλόγου το 1925 και διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1932.
22 Η Φακρ Οζμά Αργκούν (1898-1965) ήταν Ιρανή δασκάλα, δημοσιογράφος και ποιήτρια. Ήταν συνιδρύτρια του Πατριωτικού Συνδέσμου Γυναικών.
23 Η Μεχρί Ταζ Ραχσάν (1881-1974) ήταν Ιρανή φεμινίστρια και η πρώτη νεαρή μουσουλμάνα στο Ιράν που κατάφερε να πάρει απολυτήριο πριν υπάρξουν επίσημα ιρανικά σχολεία που δέχονταν κορίτσια.
24 Ο Αλί Ακμπάρ Ντάβαρ (1885-1937) ήταν Ιρανός πολιτικός και δικαστής και ιδρυτής του σύγχρονου δικαστικού συστήματος του Ιράν.
25 Ο Ιμπραήμ Χατζέχ Νουρ (1900- 1991) ήταν ιδρυτικό μέλος του Κόμματος Δικαιοσύνης και γενικός διευθυντής του Γραφείου Προπαγάνδας. Διετέλεσε γερουσιαστής της Τεχεράνης κατά την πρώτη θητεία της Γερουσίας και ήταν ιδρυτής της Σχολής Προσφύγων και μεταφραστής πολλών βιβλίων ψυχολογίας.
26 Ο Αμπολγκασέμ Αζάντ Μαραγκέι ήταν Ιρανός δημοσιογράφος και σύζυγος της Σαχναζ Αζάντ .
27 Ο Σαΐντ Ναφίσι (1895-1966) ήταν Ιρανός λόγιος, συγγραφέας και ποιητής.
28 Ο Αχμάντ Κασραβί (1890-1946) ήταν Ιρανός ιστορικός, νομικός, γλωσσολόγος, θεολόγος, και κοσμικός διανοούμενος. Ήταν καθηγητής νομικής στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, καθώς και δικηγόρος και δικαστής.
29 Gholamreza Salami and Afsaneh Najmabadi, Nehzat-e Nesvan-e Shargh (Eastern women’s congress) (Shiraz, 2011).
30 Afsaneh Najmabadi, Women with Mustaches and Men without Beards (University of California Press, 2005), 181–206.
31 Shirin Nabavi, Intellectuals and the State in Iran: Politics, Discourse, and the Dilemma of Authenticity (University Press of Florida, 2003), 123–95.
32 Ο τίτλος του βιβλίου στα φαρσί είναι Gharbzadegi, ο οποίος, σύμφωνα με τη Liora Hendelman-Baavur, μπορεί να μεταφραστεί στα αγγλικά με διάφορους τρόπους: «Occidentosis», “Westernism”, “Occidentalization”, “Weststruckness”, “West-strickenness”, “Westities”, “Xenomania”, “Westomania” και “Euromania”. Αναφέρει, ωστόσο, ότι «η μακράν επικρατέστερη μετάφραση στις αγγλικές αναφορές» είναι «Westoxication». Hendelman-Baavur, «The Odyssey of Jalal Al-Ahmad’s Gharbzadegi – Five Decades After», στο Persian Language, Literature and Culture: New Leaves, Fresh Looks, εκδ. Kamran Talattof (Routledge, 2015), 260. Η μετάφραση του βιβλίου του Al-e Ahmad που παρατίθεται στο παρόν δοκίμιο χρησιμοποιεί τον όρο «Occidentosis».
33 Al-e Ahmad, Occidentosis: A Plague from the West, trans. Roger Campbell (2004), 70, βλ. https://www.brygeog.net/uploads/7/9/8/5/7985035/occidentosis.pdf
34 Al-e Ahmad, Occidentosis, 96.
35 Reza Barahani, Tarikh-e Mozakar (Masculine history: A thesis on cultural dispersion in Iran) (Nashr-e Aval, 1963).
36 Haqiqat, no. 81 (June 23, 1980), 4. ΣΤΜ: “haqiqat” σημαίνει «αλήθεια» και είναι ένα από τα τέσσερα στάδια στον Σουφισμό. Μπορεί να ερμηνευτεί ως η γνώση που αποκτιέται μετά από επικοινωνία με τον Θεό.
37 Morteza Motahari, Masale-ye Hjab (The question of hijab) (Sadra Publishing, 2000), 85, 93.
38 Matin and Mohajer, Iranian Women’s Uprising, March 8, 1979, vol. 2
39 Ketab-e Jom’e, no. 30 (March 8, 1980), 14. ΣΤΜ: Η ΣΑΒΑΚ (Sazman-e Ettela’at va Amniyat-e Keshvar) ή αλλιώς «Οργάνωση της εθνικής ασφάλειας και της πληροφόρησης», ήταν η μυστική υπηρεσία αστυνομίας, εσωτερικής ασφάλειας και πληροφοριών στο Ιράν κατά τη διάρκεια της δυναστείας Παχλαβί. Ήταν ιδιαίτερα μισητή και βίαιη κυβερνητική υπηρεσία, κυρίως υπεύθυνη για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας φόβου και καταστολής, με χαφιέδες που διείσδυσαν σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας.
40 Noushin Ahmadi Khorasani, Hijab va Roshanfekran (The hijab and intellectuals) (Nasher Moallef, 2011), 165.
41 Khorasani, Hijab, 160; and Haideh Moghissi, Populism and Feminism in Iran (Macmillan, 1996).
42 Kar (Labor), no. 16 (May 1979).