Εικόνα 1. Ο λιμός της Σαμάρεια. Έργο του Gustave Dore (1866)
Εισαγωγή
Το κείμενο του Alex de Waal δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2024 στη γερμανική έκδοση της Le Monde Diplomatique. Ο Alex de Waal είναι από τους κορυφαίους ερευνητές των πολιτικών της τροφής παγκοσμίως και ειδικεύεται στη στρατιωτικοποίηση του λιμού. Στο μικρό άρθρο που ακολουθεί, το οποίο βασίζεται στην ευρύτερη μελέτη του που εκδόθηκε το 2017 με τίτλο Mass Starvation: the past and future of famine, εξετάζει τον λιμό ως πολιτικό και στρατιωτικό μέσο. Ταυτόχρονα εξετάζει την πολιτική πίσω από τον λιμό. Εστιάζοντας προφανώς στη Γάζα, αποπλαισιώνει τη μοναδικότητα του λιμού στη Γάζα. Ο λιμός που επιβάλλει το Ισραήλ στη Γ΄άζα δεν είναι ούτε μοναδικός ούτε ο πιο εκτεταμένος που έχουμε δει, ούτε καν ο πιο εκτεταμένος που συμβαίνει τώρα. Έτσι έρχεται σε σύγκρουση με φωνές που προσπαθούν να οικοδομήσουν το κίνημα αλληλεγγύης στη Γάζα πάνω σε μια αντίληψη κατεπείγοντος που βασίζεται στη μοναδικότητα του γεγονότος. Δυστυχώς δεν πρόκειται για μεμονωμένο γεγονός αλλά για μια τακτική ριζωμένη βαθιά στην ίδια την διάσταση της εδαφικότητας του κράτους και του ελέγχου που έχει επί της αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων και των σχέσεων τροφής μεταξύ οικοσυστήματος και ανθρώπινης κοινωνίας. Από την άλλη όμως, ο de Waal δεν συστρατεύται με το ισραηλινό επιχείρημα που προσπαθεί να στρέψει τα βλέμματα στο Σουδάν και σε άλλες περιπτώσεις στρατιωτικοποιημένου λιμού με όρους «whataboutism». Ως ειδικός επί των ζητημάτων της διεθνούς νομοθεσίας περί λιμού, σκιαγραφεί την Ισραηλινή τακτική του «ανοίγματος και κλεισίματος» των συνόρων της Γάζας ως αφενός τον ταχύτερα εξελισσόμενο οργανωμένο στρατιωτικό λιμό αφετέρου αναλύει πώς το Ισραήλ παραμένει – υπό μια έννοια – νομότυπο, χρησιμοποιώντας ένα «κενό» ή μια συγκεκριμένη ερμηνεία του διεθνούς δικαίου ως τρόπο να επιβάλλει λιμό. Η ερμηνεία αυτή που χρησιμοποιείται από το Ισραήλ έχει κατά τη γνώμη μας δύο αντικειμενικές επιπτώσεις: αφενός θολώνει τη διάκριση μεταξύ γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης, καθιστώντας τον διάλογο για τον ορισμό τους ατελείωτο, αδιέξοδο και τελικά αδιάφορο για την επίλυση του ζητήματος, αφετέρου δημιουργεί πολιτικά και νομικά προηγούμενα που σε περιόδους πολεμικής αστάθειας θα δώσουν τη δυνατότητα σε πολλά ακόμα κράτη, αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τον λιμό ως στρατιωτικό μέσο. Όπως αναφέρει και ο de Waal «δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν οι λιμοί γίνουν πιο συχνοί και πιο θανατηφόροι».
Μόλις πριν από λίγα χρόνια, φαινόταν ότι υπήρχε συναίνεση σε όλο το πολιτικό φάσμα ότι η πείνα και ο λιμός είναι πράγματα μη αποδεκτά. Ένα ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ, μαζί με τη Ρωσία, την Κίνα, τους Αφρικανούς και τους Άραβες – καθώς και οι φιλελεύθεροι Ευρωπαίοι – συμφωνούσαν μέχρι πρότινος ήταν ότι η χρήση της πείνας ως όπλο πολέμου ήταν απαράδεκτη. Το 2018, σε μια σπάνια στιγμή ομοφωνίας, και τα δεκαπέντε μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ψήφισαν υπέρ του ψηφίσματος 2417 για τις ένοπλες συγκρούσεις και την πείνα.
Έξι χρόνια αργότερα, υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία ότι δεν το εννοούσαν πραγματικά. Αλλά αντί να αποκηρύξουν ανοιχτά την αρχή, οι κυβερνήσεις αρνούνται το γεγονός του λιμού ή επανερμηνεύουν τα γεγονότα και τους κανόνες ώστε να είναι επιεικείς όσον αφορά την εργαλειοποίηση της πείνας. Τα επιχειρήματα των φιλελεύθερων και των αυταρχικών πολιτικών τάσεων είναι διαφορετικά, αλλά καταλήγουν στο ίδιο σημείο· αντιμετωπίζουν την πείνα ως αποδεκτό αποτέλεσμα του πολέμου.
Οι σύγχρονοι λιμοί είναι ανθρωπογενείς. Αυτό το απλό γεγονός αξίζει να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Η Επιτροπή Καταγραφής Λιμού του συστήματος Ολοκληρωμένης Φάσης Ασφάλειας Τροφίμων (IPC), διαπιστευμένου από τον ΟΗΕ, έχει συνεδριάσει είκοσι φορές από το 2011 για να εξετάσει εάν τα στοιχεία σε περιπτώσεις ακραίας, μαζικής πείνας είναι επαρκή για να κηρυχθούν «λιμός». Μόνο μία από αυτές τις περιπτώσεις οφειλόταν κυρίως σε επισιτιστική έκτακτη ανάγκη που προκλήθηκε από κάτι άλλο εκτός από πόλεμο. Συνέβη στη Μαδαγασκάρη το 2021, όπου οι επανειλημμένες ξηρασίες που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή οδήγησαν σε σοβαρή πείνα στον μακρινό νότο του νησιού. Σε αυτή την περίπτωση, η επιτροπή δεν βρήκε στοιχεία λιμού.
Όμως η ιδέα της πείνας ως φυσικής καταστροφής εξακολουθεί να στοιχειώνει τη φαντασία μας. Εξ ορισμού, αυτό παρέχει άλλοθι σε στρατηγούς και πολιτικούς που λιμοκτονούν τον λαό τους. Είναι ένα βολικό επιχείρημα για την «άποψη» ότι η λύση βρίσκεται στην παραγωγή περισσότερων τροφίμων, όχι στο να σταματήσουν τα εγκλήματα πείνας.
Το Σουδάν μπορεί να θεωρηθεί παραδειγματική περίπτωση. Δύο διεφθαρμένοι στρατηγοί διεξάγουν έναν πόλεμο λεηλασίας και πείνας, επιβάλλοντας στον λαό τους λιμό. Κάθε πλευρά έχει προστάτες στη Μέση Ανατολή. Η Ρωσία έχει δεσμούς και με τις δύο πλευρές – διαπραγματεύεται για ένα λιμάνι στην Ερυθρά Θάλασσα με την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση και τον στρατό, ενώ η Ομάδα Βάγκνερ έχει συνεργασία με την αντίπαλη παραστρατιωτική ομάδα «Δυνάμεις Ταχείας Υποστήριξης». Μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τον Ιούνιο, κατά τη διάρκεια συζήτησης για το πώς να αρθούν οι πολιορκίες πείνας στην πόλη αλ-Φασέρ του Σουδάν, ο αναπληρωτής πρεσβευτής της Ρωσίας ήταν απαξιωτικός:
«Δεν είμαστε διατεθειμένοι να υπερδιογκώσουμε τα προβλήματα πείνας στο Σουδάν. Η λύση του προβλήματος είναι η επένδυση στη γεωργία».
Αριθμητικά, το Σουδάν αντιμετωπίζει τη χειρότερη επισιτιστική κρίση στον κόσμο. Από τα 48 εκατομμύρια κατοίκους της χώρας, περισσότερα από 25 εκατομμύρια έχουν ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας. Από αυτούς, η IPC εκτιμά ότι 8 εκατομμύρια βρίσκονται σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», πράγμα που σημαίνει ότι οι οικογένειες παραλείπουν γεύματα, πουλούν τα τελευταία τους υπάρχοντα και ότι τα ποσοστά θνησιμότητας των παιδιών αυξάνονται σταδιακά. Περισσότεροι από 750.000 βρίσκονται στη «χειρότερη κατάσταση», αντιμετωπίζοντας λιμό.
Η πείνα στο Σουδάν είναι προϊόν πολλαπλών κρίσεων. Η χώρα έχει ένα δυσλειτουργικό σύστημα τροφίμων εξ αρχής, που αποτελείται από μηχανοποιημένες εμπορικές φάρμες που καλλιεργούν σόργο, μέρος του οποίου προορίζεται για εξαγωγή, ενώ ταυτόχρονα εισάγει σιτάρι για να καλύψει την ζήτηση στις πόλεις. Αυτή η τακτική έχει ανθρώπινο και οικολογικό κόστος. Με την πάροδο των δεκαετιών, διαδοχικές κυβερνήσεις διεξήγαγαν καταστροφικούς αντάρτικους πολέμους στις περιφέρειες, εκτοπίζοντας εκατομμύρια από τα σπίτια τους και αφήνοντάς τους εξαρτημένους από τη διεθνή διατροφική βοήθεια. Πριν από οκτώ χρόνια, το Σουδάν εξάντλησε χρήματα για να πληρώσει τις εισαγωγές του. Ακόμη και πριν την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου τον Απρίλιο του 2023, η χώρα αντιμετώπιζε τα υψηλότερα επίπεδα αναγκών σε επισιτιστική βοήθεια που είχαν καταγραφεί ποτέ.
Ο πόλεμος μετέτρεψε την κρίση σε καταστροφή. Οι μάχες ξεκίνησαν όταν οι δύο στρατηγοί που ηγούνταν της χούντας της χώρας διαφώνησαν. Ο στρατηγός Μοχάμεντ Χαμντάν Νταγκάλο, γνωστός ως «Χεμεντί» και επικεφαλής των παραστρατιωτικών Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF), στράφηκε εναντίον του αντιπάλου του, στρατηγού Αμπντέλ Φατάχ αλ-Μπουρχάν, διοικητή των τακτικών Σουδανικών Ενόπλων Δυνάμεων (SAF). Το πραξικόπημα απέτυχε και αντ’ αυτού, αντίπαλοι μαχητές κατέστρεψαν την εθνική πρωτεύουσα, δίνοντας μάχες σε όλο το μήκος και το πλάτος της χώρας. Οι πολιτοφύλακες των RSF λεηλατούν τα πάντα στο πέρασμά τους — πόλεις, νοσοκομεία, αγορές και γεωργικά προγράμματα. Οι SAF βομβαρδίζουν βασικές υποδομές και διακόπτουν την βοήθεια σε περιοχές που ελέγχονται από τις RSF, όπως το μεγαλύτερο μέρος του Νταρφούρ, όπου η πείνα είναι χειρότερη.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι άνδρες που προκάλεσαν τον λιμό στο Σουδάν δεν θέλουν να παραδεχτούν τα γεγονότα του εγκλήματος ή την ενοχή τους. Στο θεμελιώδους σημασίας βιβλίο του, «States of Denial», ο Στάνλεϊ Κοέν αναλύει τις στρατηγικές άρνησης που χρησιμοποιούν οι δράστες και οι απολογητές των φρικαλεοτήτων. Το αναλυτικό πλαίσιο του εφαρμόζεται στα εγκλήματα λιμού. Ο Κοέν ξεκινά με απλή άρνηση των γεγονότων. Απαντώντας στην έκθεση της IPC, ο πρεσβευτής του Σουδάν, Αλ-Χαρίθ Μοχάμεντ, ξεκίνησε απορρίπτοντας τα στοιχεία. Ένα μέλος της κυβέρνησής του συμμετέχει στην επιτροπή που εγκρίνει τα στοιχεία της IPC και άσκησε βέτο σε πληροφορίες από ανθρωπιστικές οργανώσεις που η κυβέρνηση δεν είχε εγκρίνει, όπως αυτές που δραστηριοποιούνται στις τεράστιες περιοχές που ελέγχονται από τις RSF. Παρά την εγκατάλειψη της πρωτεύουσας Χαρτούμ για μια προσωρινή έδρα στο Πορτ Σουδάν, ο αλ-Μπουρχάν εξακολουθεί να διαθέτει τα νομικά διαπιστευτήρια της εξουσίας, και ο ΟΗΕ συμμορφώνεται.
Ο επόμενος τύπος άρνησης του Κοέν είναι η «ερμηνευτική άρνηση»—αποδοχή των γεγονότων, αλλά ισχυρισμός ότι δεν είναι αυτό που φαίνονται.
Ο Μοχάμεντ αντιμετώπιζε ακόμα την πρόκληση ότι ο αριθμός των ανθρώπων που βρίσκονταν σε κατάσταση λιμού είναι από τους υψηλότερους που έχουν καταγραφεί ποτέ και αναμένεται να αυξηθούν. Είπε ότι οι 750.000 ήταν ένα «ασήμαντο» ποσοστό δύο τοις εκατό του πληθυσμού και θα μειωνόταν αν υπήρχε καλή σοδειά. Συνέχισε κατηγορώντας την πείνα στις λεηλασίες των RSF, περιγράφοντάς την άλλη πλευρά ως ένοχη για τη λεηλασία στις σοδειές. Υπήρχε, είπε, αρκετό φαγητό — απλώς όποτε οι αγρότες προσπαθούσαν να μαζέψουν τις σοδειές τους, οι RSF ερχόντουσαν να το κλέψουν.
Ο τρίτος τύπος άρνησης του Κοέν είναι ο «υπαινιγμός» — δίνοντας ή υπονοώντας μια διαφορετική σημασία στα γεγονότα και δικαιολογώντας τις θηριωδίες.
Η σουδανική εκδοχή για παράδειγμα είναι ότι η κήρυξη «λιμού» είναι πρόσχημα για διεθνή κατάληψη της χώρας. Ένα τέτοιο γεγονός συνεπώς, δικαιολογεί μια «ακραία» απάντηση. Στο τέλος της συνέντευξης τύπου του, ο Μοχάμεντ παράτησε τις σημειώσεις του, αναστατώθηκε και κατηγόρησε τις RSF ότι συνεργάζονται «κακόβουλα με συγκεκριμένους διεθνείς κύκλους… για να αναπτύξουν μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία ο λιμός οργανώνεται από τα πάνω… [για] να δώσουν μια δίοδο σε αυτούς τους κακόβουλους για να επέμβουν στο Σουδάν». Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Αν το κάνετε αυτό, ο Βιβλικός πόλεμος του Αρμαγεδδώνα θα ξεκινήσει στο Σουδάν».
Δεν κατονόμασε τα μέλη αυτής της συνωμοσίας, αλλά το σουδανικό υπουργείο Εξωτερικών έδειξε το δάχτυλο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στους δυτικούς συμμάχους τους, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Η λογική είναι ότι για να υπερασπιστεί το Σουδάν τον εαυτό του από αυτή την υπαρξιακή απειλή, δεν υπάρχει όριο στα μέτρα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Είναι μια εκδοχή αυτού που ο Καμερουνέζος πολιτικός θεωρητικός Ακίλ Μπεμπέ αποκαλεί «νεο-κυριαρχισμό» — την τελευταία προσπάθεια επιβεβαίωσης της εθνικής κυριαρχίας ως ασπίδας πίσω από την οποία μπορεί να εγκαταλειφθεί η δημοκρατία και να παραβιαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Παραλλαγές αυτού του μοτίβου άρνησης μπορούν να παρατηρηθούν στη Συρία και την Υεμένη, όπου δυτικοί αντίπαλοι και τοπικοί συμμαχικοί συνασπισμοί παρουσίαζαν ο καθένας διάφορες εξηγήσεις για το γιατί δεν υπήρχε λιμός και γιατί δεν είχε σημασία. Αλλά η πιο κραυγαλέα περίπτωση είναι η περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας.
Τον Νοέμβριο του 2020, η αιθιοπική κυβέρνηση κήρυξε πόλεμο εναντίον της περιοχής Τιγκράι. Η ιστορία για το πώς ξέσπασε ο πόλεμος αμφισβητείται έντονα. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι ο πόλεμος περιλάμβανε τη συστηματική καταστροφή αγροκτημάτων και τροφίμων, νοσοκομείων και υδροδοτήσεων, ακολουθούμενη από μια σκληρή πολιορκίας της περιοχής μέσω πείνας. Υπολογίζεται ότι 375.000 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα. Τον Ιούλιο του 2021, η Επιτροπή Καταγραφής Λιμού της IPC προειδοποίησε για επικείμενο λιμό. Μια δήλωση περί λιμού από τον ΟΗΕ θα αποκάλυπτε την πολιορκία πείνας από την κυβέρνηση – γι’ αυτό η κυβέρνηση εμπόδισε τον ΟΗΕ να συλλέξει οποιαδήποτε ανθρωπιστικά δεδομένα και απέλασε το προσωπικό του ΟΗΕ που διαμαρτυρήθηκε. Η πείνα αποδείχθηκε ένα φθηνό και αποτελεσματικό όπλο: αποδυνάμωσε την αντίσταση των Τιγκράι, αναγκάζοντας τελικά τους Τιγκράι να ζητήσουν ειρήνη με τους όρους της κυβέρνησης.
Νωρίτερα φέτος, μια έκθεση της Διαυπηρεσιακής Μόνιμης Επιτροπής, ενός ανθρωπιστικού παρατηρητηρίου, διαπίστωσε ότι ο ΟΗΕ είχε υποκύψει σε πολιτικές πιέσεις και είχε εγκαταλείψει τις ανθρωπιστικές αρχές του. Σπάνια έχει διατυπωθεί μια τόσο σβοδρή κατηγορία για ηθική αποτυχία από μια ομάδα χωρών του ΟΗΕ.

Εικόνα 2. Εκτοπισμένοι στη Νότια Γάζα, στην προσπάθεια να βρουν πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο.
Η εκστρατεία του Ισραήλ κατά της Γάζας, που ξεκίνησε μετά την παραβίαση του φράχτη ασφαλείας του Ισραήλ από τη Χαμάς και τη φρικτή σφαγή αμάχων, είναι σήμερα η πιο προβεβλημένη περίπτωση μαζικά επιβεβλημένης πείνας. Πριν από τις 7 Οκτωβρίου 2023, η ισραηλινή κυβέρνηση είχε ρητά βάλει τους Παλαιστίνιους της Γάζας σε «δίαιτα». Αφού η Χαμάς ανέλαβε τη διοίκηση της Γάζας το 2006, η COGAT (ΣτΜ. η Ισραηλινή υπηρεσία για τον συντονισμό ανθρωπιστικής βοήθειας στις παλαιστινιακές περιοχές) περιόρισε όλα τα αγαθά που εισέρχονταν στη Γάζα. Ένα έγγραφο γνωστό ως «Κόκκινες Γραμμές» [2] περιγράφει λεπτομερώς κάθε στοιχείο αυτού του καθεστώτος ελέγχου τροφίμων, το οποίο διατήρησε τον υποσιτισμό σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αλλά άφησε τον πληθυσμό σε μια ευάλωτη κατάσταση. Μετά τις 8 Οκτωβρίου, η στρατιωτική επίθεση του Ισραήλ κατέστρεψε συστηματικά υποδομές απαραίτητες για την επιβίωση και τη σίτιση του άμαχου πληθυσμού – κάτι που αποτελεί τον ορισμό του εγκλήματος πολέμου της πείνας. Επίσης, οι εισερχόμενες προμήθειες αποκλείστηκαν για αρκετές εβδομάδες.
Μέχρι τον Δεκέμβριο, το IPC κατέγραψε ακραία στοιχεία επισιτιστικής κρίσης. Ποτέ πριν οι ειδικοί στην επισιτιστική ασφάλεια δεν είχαν καταγράψει τόσο ταχεία επισιτιστική κατάρρευση ενός πληθυσμού σε κρίση. Τον Μάρτιο, το IPC προειδοποίησε για επικείμενο λιμό.[3] Αυτό ήταν αρκετό για να διατάξει το Διεθνές Δικαστήριο το Ισραήλ να: λάβει όλα τα αναγκαία και αποτελεσματικά μέτρα για να διασφαλίσει, χωρίς καθυστέρηση, σε πλήρη συνεργασία με τα Ηνωμένα Έθνη, την απρόσκοπτη παροχή σε μεγάλη κλίμακα από όλους τους ενδιαφερόμενους των επειγόντως αναγκαίων βασικών υπηρεσιών και ανθρωπιστικής βοήθειας, συμπεριλαμβανομένων τροφίμων, νερού, ηλεκτρικής ενέργειας, καυσίμων, καταφυγίων, ρουχισμού, υγιεινής και αποχέτευσης, καθώς και ιατρικών προμηθειών και ιατρικής περίθαλψης στους Παλαιστίνιους σε όλη τη Γάζα.[4]
Ο Ισραηλινός δικαστής που προτάθηκε να συμμετάσχει στο Διεθνές Δικαστήριο, Ααρόν Μπαράκ, ψήφισε υπέρ αυτής της διάταξης, καθιστώντας την απόφαση ομόφωνη. Αντέδρασε έντονα στην κατηγορία κατά του Ισραήλ περί γενοκτονίας, αλλά αποδέχτηκε ότι είχε ανεκπλήρωτες υποχρεώσεις βάσει του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Ανώτεροι Αμερικανοί, συμπεριλαμβανομένης της διαχειρίστριας της USAID Σαμάνθα Πάουερ, μίλησαν για λιμό στη βόρεια Γάζα. Αυτό, όπως φαίνεται, ήταν αρκετό για να επιτρέψει το Ισραήλ περισσότερα τρόφιμα να περάσουν τα σύνορα, σταματώντας την ολισθηρή πορεία προς τον πλήρους έκτασης λιμό. Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε τις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις να εξαπολύσουν επίθεση στη Ράφα στο νότιο τμήμα της Γάζας, κλείνοντας την κύρια οδό ανθρωπιστικής πρόσβασης και διακόπτοντας τη διανομή τροφίμων και την ιατρική περίθαλψη. Ανάγκασε έτσι και για άλλη μια φορά τον εκτοπισμένο πληθυσμό να μετακινηθεί.
Ο ειδικός χαρακτήρας της ισραηλινής επίθεσης αποδεικνύεται χαρακτηριστικά από τον αριθμό των εργαζομένων ανθρωπιστικός υπηρεσιών που σκοτώθηκαν εν ώρα υπηρεσίας. Μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2023, περισσότεροι από 160 εργαζόμενοι ανθρωπιστικής βοήθειας έχασαν τη ζωή τους στη Λωρίδα της Γάζας, σε σύγκριση με 112 στον υπόλοιπο κόσμο για ολόκληρο το έτος. Αυτή η τάση συνεχίστηκε και το 2024, με περισσότερο από το 70% των θανάτων εργαζομένων ανθρωπιστικής βοήθειας παγκοσμίως να συμβαίνουν στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη (97 από τους 133 παγκοσμίως).
Η κατηγορία για τον λιμό έπληξε την εικόνα του Ισραήλ, και απάντησε με άρνηση. Η πρόκληση για το Ισραήλ είναι ότι η κρίση στη Γάζα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, και ανώτερα στελέχη του έκαναν ακραίες και απερίσκεπτες δηλώσεις δηλώσεις για την πρόθεσή τους να λιμοκτονήσουν τη Γάζα ήδη από την αρχή της σύγκρουσης. Ο (ΣτΜ: πλέον πρώην) υπουργός Άμυνας Γιοάβ Γκαλάντ είπε την περιβόητη πλέον φράση:
«Έχω διατάξει πλήρη αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας. Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε τρόφιμα, ούτε καύσιμα, όλα είναι κλειστά… Πολεμάμε ανθρώπινα ζώα και ενεργούμε αναλόγως».
Σπάνια η πρόθεση να λιμοκτονήσει ένας πληθυσμός έχει επικοινωνηθεί τόσο ανοιχτά. Ωστόσο, το Ισραήλ —και η Αμερική ως σύμμαχός του — είναι επίσης ευαίσθητοι σε θέματα νομιμότητας, και ο Ισραηλινός συνήγορος στο Διεθνές Δικαστήριο αργότερα υποβάθμισε τις παρατηρήσεις ως μια συναισθηματική έκρηξη που δεν υποδήλωνε επίσημη πολιτική.
Η άρνηση των γεγονότων από το Ισραήλ καταρρίπτεται εύκολα. Η COGAT δημοσίευσε δεδομένα για φορτηγά που έφτασαν στα σημεία εισόδου στη Γάζα, ως υποτιθέμενη διάψευση της IPC.[5] Μια ομάδα Ισραηλινών διατροφολόγων δημοσίευσε περαιτέρω λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά δεν επιβεβαιώνονται από δευτερογενή έλεγχο: τα δεδομένα είναι αδιαφανή και η μέθοδος – η απλή άσκηση μέτρησης θερμίδων – έχει εγκαταλειφθεί εδώ και καιρό από τους αναλυτές επισιτιστικής ασφάλειας παγκοσμίως. Ακόμη κι αν είναι σωστός, ο αριθμός των σάκων αλευριού που διασχίζουν τα σύνορα δεν μας λέει τίποτα για το πώς παραδίδονται αυτά τα σιτηρά σε όσους έχουν ανάγκη, ποιες άλλες βασικές διατροφικές προμήθειες φτάνουν στους πεινασμένους, τι γίνεται για την κάλυψη των αναγκών σε νερό, αποχέτευση και θεραπευτική διατροφή, και αν οι φτωχότεροι έχουν τα χρήματα για να αγοράσουν τα τρόφιμα που είναι διαθέσιμα στην αγορά.[7] Σκοπός αυτού του είδους της άρνησης είναι να προβληθεί μια ιστορία για το ευρύ κοινό, όχι να κερδηθεί ένα επιχείρημα επί της ουσίας.
Η «ερμηνευτική άρνηση» του Ισραήλ πήρε τη μορφή του ισχυρισμού ότι επειδή η IPC προέβλεψε λιμό τον Μάρτιο, και στη συνέχεια ανέφερε μια διαφορετική κατάσταση τον Ιούνιο, η προηγούμενη ιστορία της ήταν μια κακόβουλη επινόηση. Στην πραγματικότητα, η έκθεση IPC του Ιουνίου περιγράφει πώς οι παραδόσεις βοήθειας αυξήθηκαν τον Απρίλιο και τον Μάιο – εν μέρει λόγω της δικής της προηγούμενης έκθεσης – και απέτρεψαν τα χειρότερα.
Η ισραηλινή κριτική υπαινίχθηκε επίσης ότι η καταγγελία λιμού θα μπορούσε να είχε παρακινηθεί μόνο από συμπάθεια προς τη Χαμάς. Μεταξύ των πολλών προβλημάτων αυτής της επιχειρηματολογίας είναι ότι το ίδιο το FEWS NET της αμερικανικής κυβέρνησης — το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για λιμό, αδελφό ινστιτούτο του IPC — έκανε προβλέψεις ακόμη πιο ανησυχητικές, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο λιμός πιθανότατα έχει ήδη ξεκινήσει.
Η επίμονη άρνηση για τη Γάζα στρεβλώνει το διεθνές δίκαιο για να υποστηρίξει ότι ό,τι κάνει το Ισραήλ είναι δικαιολογημένο και νόμιμο, το τραγικό αποτέλεσμα ενός πολέμου που το Ισραήλ αναγκάστηκε να διεξάγει. Το ουσιαστικό επιχείρημα είναι ότι το Ισραήλ ενεργεί σε αυτοάμυνα απέναντι σε μια υπαρξιακή απειλή για την εθνική του επιβίωση – μια ηχώ της υπόθεσης «περί εθνικής κυριαρχίας» που προβάλλουν επίσης οι Αφρικανοί και Άραβες αυταρχικοί ηγέτες.
Τα πιο κρίσιμα επιχειρήματα διατυπώθηκαν στην Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με μια ρήτρα στον Νόμο για την Εξωτερική Βοήθεια, οι ΗΠΑ είναι υποχρεωμένες να διακόψουν τις πωλήσεις όπλων σε οποιαδήποτε χώρα διαπιστωθεί ότι έχει εμποδίσει την παράδοση αμερικανικής βοήθειας. Οι ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας αποτυχίας της αστυνομίας του να επέμβει για να σταματήσει άτομα που έχουν πάρει τον «νόμο» στα χέρια τους από το να καταλάβουν τα κομβόι βοήθειας και να καταστρέψουν τη βοήθειά, έθεσαν το ερώτημα αν αυτό θα καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της προμήθειας όπλων από την αμεριανική κυβέρνηση προς το Ισραήλ. Απαιτούνταν συζήτηση στο Κογκρέσο για αυτό το θέμα. Οι επαγγελματίες ανθρωπιστικής βοήθειας εντός της αμερικανικής διοίκησης ήταν σαφείς ότι το Ισραήλ μπλόκαρε τη βοήθεια και συνέταξαν κείμενο αναλόγως. Ωστόσο, η τελική επεξεργασία του κειμένου αφαιρέθηκε από την αρμοδιότητά τους, καταλήγοντας σε ένα συμπέρασμα ευνοϊκό για τη συνέχιση της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ (ΣτΜ. Αυτό αφορά ακόμα την κυβέρνηση Μπάιντεν). Αυτό προκάλεσε την παραίτηση ενός από τους συμβούλους που είχαν συμμετάσχει στη σύνταξη της αρχικής έκθεσης.
Αφού ο Εισαγγελέας του Διεθνούς Δικαστηρίου ζήτησε εντάλματα σύλληψης για δύο από τους ανώτατους Ισραηλινούς ηγέτες – τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον Υπουργό Άμυνας Γιοάβ Γκαλάντ – μεταξύ άλλων για το έγκλημα πολέμου της επιβεβλημένης πείνας, Αμερικανοί δικηγόροι άρχισαν να επανεξετάζουν τις απόψεις τους για το θέμα. Το έγκλημα ορίζεται στο Καταστατικό της Ρώμης, Άρθρο 8(2)(β)(xxv) ως:
«Η σκόπιμη χρήση της πείνας αμάχων ως μέθοδος πολέμου, στερώντας τους αντικείμενα απαραίτητα για την επιβίωσή τους, συμπεριλαμβανομένης της εκούσιας παρεμπόδισης της παροχής βοήθειας όπως προβλέπεται στις Συμβάσεις της Γενεύης».
Το κρίσιμο ερώτημα εδώ είναι τι συνιστά «εκούσια». Η πλειοψηφούσα άποψη μεταξύ των δικηγόρων είναι ότι εφόσον η πράξη είναι εκ προθέσεως και το προβλέψιμο αποτέλεσμα είναι η πείνα αμάχων, η ενέργεια απαγορεύεται.[8] Μια στενή ερμηνεία είναι ότι η πρόθεση να λιμοκτονήσουν πρέπει να είναι συγκεκριμένη και κυρίαρχη.[9] Ο αμερικανικός στρατός ερμηνεύει αυτή την απαγόρευση με τρόπο που επιτρέπει την «παρεμπίπτουσα» λιμοκτονία αμάχων κατά τη διάρκεια μιας πολιορκίας – κάτι που de facto νομιμοποιεί και την τακτική «υποταγή ή λιμοκτονία» του καθεστώτος Άσαντ, επειδή ο σκοπός τους ήταν να πιέσουν τον εχθρό να παραδοθεί, όχι αποκλειστικά να λιμοκτονήσουν αμάχους.
Αμερικανοί στρατιωτικοί νομικοί υποστηρίζουν ότι είναι το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, όχι το Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, που δεσμεύει τις ενέργειές τους. Η διάκριση είναι ζωτικής σημασίας, καθώς είναι αυτοί οι ίδιοι νομικοί, και όχι ανεξάρτητοι δικαστές, που ερμηνεύουν και εφαρμόζουν αυτόν τον νόμο.
Η ερμηνεία τους υπονοεί επίσης ότι, αφού εκδοθεί μια αυθεντική προειδοποίηση λιμού – όπως στο Σουδάν ή στη Γάζα – ένας διοικητής στρατού μπορεί να συνεχίσει τακτικές λιμοκτονίας, σπρώχνοντας εν γνώσει του ανθρώπους στον λιμό χωρίς να είναι ποινικά υπεύθυνος για την πείνα τους. Εν ολίγοις, καθιστά το έγκλημα πολέμου της πείνας τόσο στενό ώστε να είναι άσχετο με οποιαδήποτε σύγχρονη περίπτωση πείνας εν καιρώ πολέμου. Ο πήχης των κριτηρίων λιμού χαμηλώνει για να ευθυγραμμιστεί με την πρακτική του Ισραήλ, αντί η συμπεριφορά του Ισραήλ να κρίνεται με βάση τα υψηλότερα διεθνή πρότυπα. Έτσι, μια επιεικής προσέγγιση στα εγκλήματα πείνας καθολικοποιείται. Δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν οι λιμοί γίνουν πιο συχνοί και πιο θανατηφόροι
Σημειώσεις.
[1] Stanley Cohen, States of Denial: Knowing about atrocities and suffering. Cambridge, Polity Press, 2001. https://www.wiley.com/en-ae/States+of+Denial%3A+Knowing+about+Atrocities+and+Suffering-p-9780745623924
[2] Gisha,’ Reader: “Food Consumption in the Gaza Strip – Red Lines”,’ https://www.gisha.org/UserFiles/File/publications/redlines/redlines-position-paper-eng.pdf
[3] Famine Review Committee of the Integrated food security Phase Classification system (IPC), Gaza Strip: March 2024, March 18, 2024. https://www.ipcinfo.org/ipcinfo-website/alerts-archive/issue-97/en/
[4] International Court of Justice, 2024. Application of the Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide in the Gaza Strip (South Africa v. Israel), Request for the Modification of the Order of 26 January 2024 Indicating Provisional Measures, Order. 28 March, General List No. 192. Para. 51(2)(a). https://www.icj-cij.org/sites/default/files/case-related/192/192-20240328-ord-01-00-en.pdf
[5] COGAT, ‘Food and Security in the Gaza Strip: Response to IPC report,’ March 6, 2024. https://govextra.gov.il/media/dgibjjca/cogat-assessment-food-and-food-security-in-the-gaza-strip-response-to-ipc-report.pdf
[6] Naomi Fliss-Isakov et al., ‘Nutritional Assessment of Food Aid Delivered to Gaza via Israel during the “Swords of Iron” War,’ working paper, June 2, 2024. https://biochem-food-nutrition.agri.huji.ac.il/arontroen/publications/nutritional-assessment-of-food-aid-delivered-to-gaza
[7] Francesco Checchi, Review of working paper by Fliss Isakov et al. on food aid to Gaza, May 27, 2024, https://gisha.org/UserFiles/File/LegalDocuments/HCJPetition2024/Legal_Opinion_fchecchi_27052024.pdf
[8] Tom Dannenbaum, ‘Nuts & Bolts of Int’l Criminal Court Arrest Warrant Applications for Senior Israeli Officials and Hamas Leaders,’ Just Security, May 20, 2024, https://www.justsecurity.org/95864/international-criminal-court-arrest-warrants-israel-hamas/
[9] Geoff Corn, Emanuela-Chiara Gillard, ‘The War Crime of Starvation – The Irony of Grasping at Low Hanging Fruit.’ MADN-LAW, United States Military Academy, May 15, 2024