Για τη ζωή και τον Θάνατο στην αγωνιζόμενη ιρανική κοινωνία
Στις 28 Δεκεμβρίου 2025 ξεσπούν στο Ιράν μαζικές διαδηλώσεις αρχικά με αφορμή τη δραματική κατάρρευση του εθνικού νομίσματος του Ιράν και την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης. Η υποτίμηση του ριάλ, σε συνδυασμό με τον καλπάζοντα πληθωρισμό και τη γενικευμένη φτώχεια, έχει ωθήσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να αμφισβητήσει τη δυνατότητα μεταρρύθμισης της υπάρχουσας κατάστασης. Η δομική φύση της κρίσης έχει οδηγήσει τον κόσμο στους δρόμους με κύριο αίτημα τη διάλυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, η τρέχουσα ιστορική φάση δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το προηγούμενο κίνημα του 2022 μετά τη δολοφονία της Τζίνα Μάχσα Αμινί από την «αστυνομία ηθών» του Ιράν. Το αίτημα για κοινωνική αλλαγή παρέμεινε και θα παραμείνει καθώς καμιά πολιτειακή αλλαγή δεν θα μπορεί να το ικανοποιήσει πλήρως.
Το κείμενο της Ναχάλ Νικάν (Nahal Nikan) δημοσιεύτηκε στα Αγγλικά, μεταφρασμένο από τα Φαρσί, τον Μάιο του 2024 στο εκατοστό τεσσαρακοστό πέμπτο τεύχος του περιοδικού e-flux και μπορεί να βρεθεί εδώ.
Αποτελεί το δεύτερο κείμενο της σειράς μας για την «επιστροφή των σωμάτων» στη Μέση Ανατολή και διαπραγματεύεται τη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου στο Ιράν. Ελπίζουμε να αποτελέσει ένα βοηθητικό κείμενο για όποια θέλει να αποκτήσει μια καλύτερη εικόνα της τωρινής εξέγερσης και του ιστορικού υποβάθρου της. Ταυτόχρονα, το κείμενο αυτό φωτίζει και τις διαφορές του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» με το τωρινό κίνημα. Η διαφορά στα κεντρικά σημαίνοντα, ζωή το 2022, θάνατος (στον δικτάτορα) σήμερα, δείχνει μια μετατόπιση η οποία δεν είναι μόνο σημασιολογική, αλλά καταδεικνύει βαθύτερες διαφορές οι οποίες θεωρούμε πως θα γίνουν περισσότερο εμφανείς όσο το κίνημα προχωράει.
Εισαγωγή των επιμελητών της έκδοσης
Γραμμένο το 2024, αφού η ορατή φάση της εξέγερσης της για την Τζίνα στο Ιράν είχε σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει, αυτό το κείμενο δεν αντιμετωπίζει τη διαμαρτυρία ως γεγονός, αλλά περιγράφει ένα σύνολο συνθηκών που παρέμειναν στον απόηχό της: ασυμφωνία μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, προσκόλληση χωρίς δυνατότητα επιρροής και πολιτικός χρόνος που επιμηκύνεται χωρίς κάποια επίλυση. Αντί να ανταποκρίνεται σε στιγμές κινητοποίησης, η Ναχάλ Νικάν (Nahal Nikan) στρέφει την προσοχή της σε αυτό που παραμένει όταν η ορατότητα υποχωρεί και η δράση γίνεται αποσπασματική, μετατοπισμένη ή άνισα κατανεμημένη. Διαβάζοντας το κείμενο σήμερα, εν μέσω ανανεωμένων αναταραχών που διαμορφώνονται τόσο από την οικονομική πίεση όσο και από την πολιτική δυσαρέσκεια, το κείμενο καταγράφεται ως μια περιγραφή της πολιτικής λανθάνουσας κατάστασης: μια περιγραφή του πώς η δυσαρέσκεια διαρκεί, αλλάζει μορφή και συσσωρεύεται όταν ούτε η κλιμάκωση ούτε η οριστική έκβαση εμφανίζονται ως βιώσιμος ορίζοντας.
Να καλείς τη ζωή σε ένα νεκροταφείο
Μπορούμε πλέον να πούμε με βεβαιότητα ότι το κίνημα που φώναξε «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία»1 γεννήθηκε σε ένα μικρό νεκροταφείο, το οποίο, στις 17 Σεπτεμβρίου 2022, κατάπιε το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, θύματος της υποχρεωτικής πολιτικής του χιτζάμπ και της αστυνομίας ηθών2 του Ιράν. Αυτή η γυναίκα ήταν τόσο νέα, που ήταν σαν να θάβονταν μαζί της και μέρος της δικής μας συλλογικής νεότητας. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι ένα κίνημα για την ανάκτηση της ζωής θα αναδυόταν από τους τάφους των πιο αγαπημένων μας νεκρών; Η Τζίνα Αμινί θάβονταν, και μια δύναμη που προήλθε από τον πρόωρο θάνατό της θα συνέχιζε να δημιουργεί το πιο επιβεβαιωτικό προς την ζωή κίνημα στη συλλογική μνήμη του Ιράν3. Ενώ αναφέρομαι στο κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» στο σύνολό του, θα ήθελα να επικεντρωθώ σε αυτό το κείμενο στο νεκροταφείο του Αϊτσί και στη στιγμή κατά την οποία το κίνημα ήρθε στο φως. Θα αναλογιστώ επίσης τη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου στο Ιράν και, κατ’ επέκταση, τη σχέση τους με το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Στο Ιράν, ο «θάνατος» και το «νεκροταφείο» φέρουν συγκεκριμένους συνειρμούς. Όταν τους συνδυάζουμε με τη γενέτειρα ενός κινήματος, όλα αποκτούν βαθύτερο νόημα.
Μπορούμε να πούμε ότι τα πιο αποτελεσματικά πολιτικά καθεστώτα είναι αυτά που διατηρούν τη ζωή των πολιτών τους όσο το δυνατόν πιο κοντά στη ζωή και όσο το δυνατόν πιο μακριά από το θάνατο; Ναι. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι στο Ιράν, η ζωή δεν βασίζεται στην ίδια τη ζωή, αλλά πάνω σε ένα υπόβαθρο θανάτου. Εννοώ ότι δεν είναι η ζωή που διαχειρίζεται τη ζωή, αλλά ο θάνατος και η μετά θάνατον ζωή που επιβλέπουν τη ζωή και όλα όσα περιλαμβάνει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τα κριτήρια για ένα αποτελεσματικό καθεστώς αντιστρέφονται εδώ στο Ιράν, όπου η ζωή των πολιτών διατηρείται τόσο κοντά στον θάνατο και όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη ζωή. Η ζωή επιτρέπεται και δικαιολογείται μόνο στο βαθμό που οδηγεί στην «ευτυχία στη μετά θάνατον ζωή». Άλλες δυνατότητες ζωής που είναι εξωγενείς σε αυτή την υπερκόσμια ευτυχία είναι παγιδευμένες σε έναν άρρηκτο ιστό τιμωριών, κανόνων, νόμων και αρχών που οδηγούν μόνο στην τελική εξόντωση. Συνεπώς, το γυναικείο σώμα, παγιδευμένο για δεκαετίες σε έναν ιστό θρησκευτικών δογμάτων και σε ένα ατελείωτο σύνολο κανόνων, πειθαρχιών, διδασκαλιών και μηχανισμών επιτήρησης, μετασχηματίζεται σταδιακά σε ένα υπάκουο και υποτακτικό σώμα —ένα σώμα που προορίζεται να είναι η μεγάλη βιτρίνα του υποχρεωτικού χιτζάμπ για όλη του τη ζωή. Είναι σαν στο Ιράν να βρισκόμαστε αντιμέτωπες με χώρους όπου όλα τα σημάδια της ζωής και του θανάτου είναι αλληλένδετα, όπου η ζωή αναμιγνύεται με τον θάνατο. Όλοι οι κανόνες θεσπίζονται με σκοπό να επεκτείνουν την επικράτεια του θανάτου σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταβροχθίζει τη ζωή. Ορισμένοι από τους κανόνες που ισχύουν για τους ζωντανούς εφαρμόζονται και στους νεκρούς, ενώ ορισμένα σημάδια και σύμβολα των νεκρών εισχωρούν στη ζωή των ζωντανών.
Με όλα αυτά κατά νου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ένας από τους κανόνες που εφαρμόζονται στα ιρανικά νεκροταφεία είναι ο έμφυλος διαχωρισμός. Αυτοί οι νόμοι επεκτείνουν την πολιτική των έμφυλων διακρίσεων μέχρι και τον τάφο. Το πιο παράδοξο και σαφές σημάδι αυτής της διάκρισης των φύλων είναι η απαγόρευση της χάραξης πορτρέτων γυναικών στις ταφόπλακες τους4. Δεν θα ξεχάσουμε ότι λίγο πριν από τη δολοφονία της Τζίνα Αμινί, η «αστυνομία ηθών» περιπολούσε στα νεκροταφεία για να ελέγχει τους τάφους των νεκρών γυναικών για τυχόν απαγορευμένες εικόνες. Δεν έχουμε ξεχάσει την αστυνομία ηθών των νεκρών. Οι ταφόπλακες που είχαν πορτρέτα νεκρών γυναικών χωρίς χιτζάμπ σπάζονταν ή αφαιρούνταν εντελώς, καθώς, σύμφωνα με τις αρχές, «αναστάτωναν την ψυχή της νεκρής». Επί δεκαετίες, λοιπόν, οι νεκρολογίες και οι τάφοι των Ιρανών γυναικών ήταν απρόσωποι. Αντί για τα πρόσωπά τους, βλέπει κανείς μια εικόνα με ένα λουλούδι ή ένα τοπίο, ή μερικούς στίχους ποίησης. Η γυναίκα και η ατομική της ταυτότητα εξαφανίζονται μέσα στη γενική φράση «Εδώ κείται μια στοργική μητέρα και μια αυτοθυσιαζόμενη σύζυγος». Αυτή εξακολουθεί να είναι, μέχρι σήμερα, η κυρίαρχη αφήγηση που αποδίδεται στην ταυτότητα μιας γυναίκας. Η πολιτική της αποπροσωποποίησης των γυναικών και της στέρησης της ατομικής τους ταυτότητας συνεχίζεται έτσι και μετά τον θάνατο. Ο Γάλλος ιστορικός Philippe Ariès δείχνει στο έργο του Western Attitudes Toward Death: From the Middle Ages to the Present (1974) ότι η μεταμόρφωση των ταφόπλακων από ανώνυμα κομμάτια βράχου σε προσεκτικά διαμορφωμένες πέτρες που φέρουν το όνομα και συχνά την εικόνα του αποθανόντος ήταν το αποτέλεσμα ιστορικών αγώνων για την διεκδίκηση της ατομικότητας. Η χάραξη του ονόματος, της ταυτότητας και της εικόνας ενός ατόμου σε μια ταφόπλακα είναι μια προσπάθεια διατήρησης της ατομικότητας του ατόμου και αθανατοποίησης της μνήμης του. Έτσι, η διαγραφή των εικόνων των νεκρών γυναικών από τις ταφόπλακες τους πρέπει να θεωρηθεί ως συνέχεια της προσπάθειας να τους στερηθεί η ταυτότητα και η ατομικότητα στη ζωή, διατηρώντας τες ανώνυμες ακόμη και μετά τον θάνατο. Σε αυτές τις πρακτικές, αντί η ζωή να φροντίζει τη ζωή και να λειτουργεί ως θεματοφύλακάς της, είναι ο θάνατος που φυλάσσει και επιτηρεί τη ζωή.
Ας επιστρέψουμε στο νεκροταφείο του Αϊτσί, τον τόπο γέννησης του πιο πρόσφατου φεμινιστικού κινήματος του Ιράν5. Φαίνεται ότι αυτό που συνέβη εκεί το πρωί της 17ης Σεπτεμβρίου 2022 ήταν ένας άνευ προηγουμένου αγώνας για την αντικατάσταση του θανάτου από τη ζωή. Μια συλλογική δράση αναδύθηκε για να αποκαταστήσει την αξία και την εγκυρότητα της επίγειας ζωής, να απομακρύνει και να ακυρώσει τον μετά θάνατον κόσμο, καθώς και όλες εκείνες τις ουράνιες και υπερκόσμια αξίες για τις οποίες μια νεαρή κοπέλα είχε δολοφονηθεί βάναυσα. Μετά την ταφή της Τζίνα Αμινί, μια κουρδική φράση χαράχθηκε στον τάφο της —μια φράση που δεν είχαμε ξαναδεί σε κανέναν τάφο: «Τζίνα, δεν θα πεθάνεις, το όνομά σου θα γίνει σύμβολο». Μια κοπέλα πέθανε και οι ζωντανοί της απευθύνονται, υποσχόμενοι «δεν θα πεθάνεις». Αυτή η επίμονη άρνηση του θανάτου κάποιου που έχει πεθάνει είναι στην πραγματικότητα μια σοβαρή άρνηση να επικυρωθεί η ιερότητα του θανάτου. Αυτή η άρνηση άνοιξε το δρόμο για τη γέννηση της δύναμης της ζωής από ένα νεκροταφείο. Την ημέρα της ταφής της Τζίνα, γίναμε μάρτυρες δύο πρωτοφανών γεγονότων, όταν Κούρδισσες γυναίκες αφαίρεσαν ξαφνικά τις μαντίλες τους και όταν φώναξαν «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Οι Κούρδισσες γυναίκες πρωτοστάτησαν στην αφαίρεση της μαντίλας και στη διεκδίκηση της ζωής. Κανείς δεν είχε πει στις πενθούσες γυναίκες που εμφανίστηκαν στο νεκροταφείο της πόλης Σακέζ πότε και πού να συγκεντρωθούν ή τι να κάνουν. Κανείς δεν τους είχε ζητήσει να αποτινάξουν τη μαντίλα τους σε « μια συντονισμένη κίνηση» και «ακριβώς σε μια συγκεκριμένη ώρα» ενώ θρηνούσαν πάνω από τον τάφο της Τζίνα. Κανείς δεν τις είχε κινητοποιήσει να φωνάξουν το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» ή να επιτελέσουν ένα συγκεκριμένο τελετουργικό πένθους. Κι όμως, εκείνη η λαμπρή στιγμή —η στιγμή που συνέδεσε πράξεις διαμαρτυρίας και πένθους και αναδύθηκε από μια αμοιβαία κατανόηση μεταξύ γυναικών— κρυσταλλώθηκε. Εδώ έγκειται η σημασία μιας τέτοιας στιγμής: στην ελευθερία της από κάθε προσπάθεια να της αποδοθεί κάτι εξωτερικό, παραμένει θεμελιωμένη αποκλειστικά στον κοινό, μοναδικό πόνο. Η σημασία αυτού του εξεγερσιακού κινήματος —το οποίο σύντομα επεκτάθηκε και σε άλλες πόλεις— ήταν η δημιουργία μιας αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των πενθουσών γυναικών ότι η υποχρεωτική χρήση του χιτζάμπ και άλλες πολιτικές διακρίσεων έχουν μετατρέψει τη ζωή σε θάνατο και τον κόσμο των ζωντανών σε ένα τεράστιο νεκροταφείο. Οι Κούρδισσες γυναίκες έβγαλαν τις μαντίλες τους ακριβώς σε έναν τόπο απαγορεύεται ακόμη και η χάραξη της εικόνας μιας γυναίκας στην ταφόπλακά της χωρίς χιτζάμπ, και το έκαναν κατά τη διάρκεια της ταφής ενός κοριτσιού που υπήρξε θύμα του υποχρεωτικού χιτζάμπ. Ήταν σαν να εκπροσωπούσαν όχι μόνο όλες τις ζωντανές γυναίκες, αλλά και να απελευθέρωσαν όλα τα πρόσωπα των νεκρών γυναικών από τη μαντίλα. Αυτή η στιγμή της άρνησης του χιτζάμπ, για να επιστρέψουμε στην ερμηνεία του Ariès, ήταν η στιγμή της άρνησης της ανωνυμίας —η στιγμή της ανάκτησης της ατομικής ταυτότητας και της απόρριψης των επιβαλλόμενων ταυτοτήτων, των αναγκαστικών νόμων και των υποχρεωτικών κανόνων ένδυσης.
Πράγματι, αυτό που συνέβη ήταν μια αντιστροφή αξιών, από το υπερβατικό, το ιερό και το θρησκευτικό προς το επίγειο και το φυσικό. Σε αντίθεση με την «αρρενωπή και ιερή» ταυτότητα της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979, το κίνημα της Τζίνα του 2022 γεννήθηκε στο νεκροταφείο Αϊτσί με μια «θηλυκή και επίγεια» (μη ιερή) ταυτότητα. Επομένως, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το τελευταίο κίνημα αναπτύχθηκε σε μια ρητή διαλεκτική σχέση με την προηγούμενη επανάσταση και διέταξε τους μετασχηματισμούς του με βάση όλα όσα αρνήθηκε η επανάσταση του 1979. Οι αφηγήτριες του κινήματος του 2022 ήταν γυναίκες που επανοικειοποιήθηκαν τα ανδροκεντρικά συνθήματα του 1979, προκειμένου να τα καταστήσουν συμβατά με τη «θηλυκή και επίγεια» φύση του κινήματος της Τζίνα. Συνθήματα όπως «Ανεξαρτησία, Ελευθερία, Ισλαμική Δημοκρατία», «Θεός, Κοράνι, Χομεϊνί—το τελευταίο διατυπωμένο ως αντιπαράθεση στο «Θεός, Βασιλιάς, Πατρίδα»— αντικαταστάθηκαν από το «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», μεταστρέφοντας, παραμορφώνοντας και υπονομεύοντας τις ιερές, ανδρικές αξίες προς όφελος γυναικείων, μη ιερών αξιών. Αυτή η κρίσιμη στιγμή στο νεκροταφείο της Αϊτσί, ακολουθώντας την παράδοση των διαμαρτυριών ενάντια στο χιτζάμπ τον Μάρτιο του 1979, έθεσε τα θεμέλια για το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» και πυροδότησε τις πιο σοβαρές διαμαρτυρίες κατά της υποχρεωτικής χρήσης του χιτζάμπ στον 21ο αιώνα6. Ακούγοντας αυτές τις κραυγές για ζωή που προέρχονται από την καρδιά ενός νεκροταφείου, μπορούμε να τονίσουμε τη φύση του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» που επιβεβαιώνει τη ζωή και να κατανοήσουμε πώς το κίνημα αυτό διατύπωσε την αντίθεσή του στον θάνατο και σε όλα τα σύμβολα που αντιτίθενται στη ζωή. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία αυτής της «στιγμής στο νεκροταφείο» κατά την οποία σχηματίστηκε το κίνημα, πρέπει να φέρνουμε στο φως μια προηγούμενη αλυσίδα γεγονότων που εκτυλίχθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, χαράχτηκαν στη συλλογική μας μνήμη και συγκέντρωσαν την οργή στις καρδιές μας. Αυτά τα γεγονότα έκαναν γρήγορα αισθητή την απειροελάχιστη απόσταση μεταξύ του θανάτου και των Ιρανών γυναικών. Τρία γεγονότα έφεραν τις γυναίκες στα όρια των τάφων και, σε μία περίπτωση, οδήγησαν μία από αυτές στο θάνατο.
Στις 16 Ιουλίου 2022, δύο μήνες πριν από το θάνατο της Τζίνα Αμινί, ένα βίντεο που κυκλοφόρησε ευρέως έδειχνε μια γυναίκα που φορούσε τσαντόρ (ένα μανδύα που καλύπτει όλο το σώμα και το κεφάλι) να παρενοχλεί μια νεαρή γυναίκα σε ένα λεωφορείο επειδή δεν φορούσε χιτζάμπ. Το βίντεο, που έγινε γρήγορα viral, αποκάλυψε ότι οι άλλοι επιβάτες τελικά έδιωξαν τη γυναίκα με το τσαντόρ από το λεωφορείο. Την επόμενη μέρα ανακοινώθηκε ότι η νεαρή γυναίκα στο βίντεο, η Sepideh Rashno, είχε συλληφθεί7. Ως αντίδραση στην είδηση, ξέσπασαν διαμαρτυρίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με το hashtag «#WhereIsSepidehRashno?» να δημιουργεί θύελλα αναρτήσεων στο Twitter. Δύο εβδομάδες αργότερα, η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε ένα βίντεο με μια αναγκαστική ομολογία της Rashno, στην οποία ήταν εμφανείς οι μώλωπες στο πρόσωπό της. Για άλλη μια φορά, ένα κύμα οργής κατέκλυσε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ένα δεύτερο γεγονός διείσδυσε επίσης στη συνείδηση του κοινού μέσω ενός βίντεο που έγινε viral. Στις 19 Ιουλίου του ίδιου έτους, μια μητέρα στεκόταν μπροστά από ένα φορτηγάκι της αστυνομίας ηθών, ικετεύοντάς τους να μην πάρουν την άρρωστη κόρη της8. Οι αστυνομικοί, αδιάφοροι απέναντι στη μητέρα, η οποία είχε βάλει το σώμα της στο μπροστινό μέρος του φορτηγού, άρχισαν να οδηγούν, και εκείνη, κλαίγοντας και εκλιπαρώντας, εκσφενδονίστηκε στο έδαφος καθώς το βαν συνέχιζε την πορεία του. Η κυκλοφορία αυτού του βίντεο οδήγησε σε μια άλλη έκρηξη οργής και μίσους προς την αστυνομία ηθών και τις πολιτικές που σχετίζονται με το χιτζάμπ και τις γυναίκες. Το τρίτο γεγονός αποκάλυψε μια άλλη πτυχή της καταπίεσης των γυναικών. Στις 8 Σεπτεμβρίου 2022, ακριβώς δώδεκα ημέρες πριν την ταφή της Τζίνα Αμινί, άρχισε να κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μια είδηση σχετικά με την Shalir Rasouli, μια τριανταεξάχρονη Κούρδισσα γυναίκα. Όταν ένας γείτονας της επιτέθηκε με σκοπό να τη βιάσει, η Shalir έπεσε από το παράθυρο ενός διαμερίσματος και σκοτώθηκε9.
Κατά τη διάρκεια της κηδείας της Τζίνα, οι Κούρδισσες γυναίκες, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, θυμήθηκαν την εικόνα της Shalir Rasouli. Μια από τις σημαντικότερες στιγμές στο νεκροταφείο του Αϊτσί ήταν όταν μια Κούρδισσα ακτιβίστρια διάβασε την ακόλουθη δήλωση: «Αυτό που συνέβη στην Τζίνα Αμινί στην Τεχεράνη και στη Shalir Rasouli στο Μαριβάν είναι το άμεσο αποτέλεσμα μιας πατριαρχικής κουλτούρας που ανοίγει το δρόμο για τέτοιες φρικτές πράξεις»10. Τελικά, αυτά τα τρία γεγονότα, μαζί με άλλα που είχαν ως στόχο τις γυναίκες, δημοσιοποίησαν αφηγήσεις καταπίεσης εις βάρος των γυναικών. Στη συνέχεια ήρθε ο τραγικός και ευρέως προβεβλημένος θάνατος της Τζίνα Αμινί. Η αστυνομία ηθών την κατηγόρησε ότι φορούσε «ακατάλληλο» χιτζάμπ και την συνέλαβε. Δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στη λαμπρή ζωή της νεότητάς της. Πράγματι, η συνεχής συσσώρευση εικόνων θανάτου και καταπίεσης στη ζωή των Ιρανών γυναικών έκανε την επιθυμία για ζωή να εκραγεί, σαν μια πηγή που της επιτρέπεται επιτέλους να ρεύσει ελεύθερα. Στην κηδεία της Τζίνα, αυτή η επιθυμία για ζωή εκφράστηκε με τις κραυγές των Κουρδισσών γυναικών. Όλες αυτές οι εμπειρίες του υποχρεωτικού χιτζάμπ και της αναγκαστικής ανωνυμίας, όλα αυτά τα χρόνια του φόβου για την αστυνομία ηθών, όλες αυτές οι απαγορεύσεις για οποιαδήποτε πραγματική απεικόνιση του γυναικείου σώματος και προσώπου, όλοι αυτοί οι νόμοι και οι περιορισμοί και τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει», όλα αυτά τα χρόνια που δεν ζούσαν για να σεβαστούν τη μετά θάνατον ζωή. Η συσσώρευση όλων αυτών των ενστικτωδών εικόνων καταπίεσης και διακρίσεων ώθησε τις Κούρδισσες γυναίκες που θρηνούσαν τη Τζίνα Αμινί να προβούν σε μια άνευ προηγουμένου πράξη που σύντομα θα καταλάμβανε ολόκληρη τη χώρα: να αφαιρέσουν τις μαντίλες τους και να πουν ναι στο προαιρετικό, αλλά όχι στο υποχρεωτικό, χιτζάμπ.
Η δολοφονία της Τζίνα Αμινί μου θύμισε μια φωτογραφία που τράβηξα πριν από επτά χρόνια για μια έκθεση φωτογραφίας μου. Αυτή η συλλογή φωτογραφιών παρουσίαζε σημαντικά γεγονότα στη ζωή απλών ανθρώπων — γεγονότα που χώρισαν τη ζωή τους σε ένα «πριν» και ένα «μετά». Σε μία από τις φωτογραφίες, μια γυναίκα με μαύρο τσαντόρ στέκεται ανάμεσα στα ερείπια του καμένου σπιτιού της. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, καθώς φορούσε το τσαντόρ της για να βγει και να κάνει μια δουλειά, η άκρη του πιάστηκε σε μια σόμπα πετρελαίου, την ανέτρεψε και προκάλεσε πυρκαγιά στο σπίτι. Το σπίτι της βρισκόταν στο τέλος ενός μακρύ και στενού σοκακιού, οπότε οι πυροσβέστες δεν μπόρεσαν να φτάσουν εγκαίρως και όλο το σπίτι κάηκε. Με έναν πολύ συμβολικό τρόπο, η υποχρεωτική χιτζάμπ είχε καταστρέψει τη ζωή της. Όπως, αναγκάστηκα να αλλάξω την ιστορία αυτής της γυναίκας για να πάρω άδεια για την έκθεση μου εκείνη τη χρονιά. Εκείνη την εποχή, η «ιερότητα του χιτζάμπ» ήταν μια απαραβίαστη κόκκινη γραμμή, που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε κριτική. Αλλά το 2022, αυτό που συνέβη στην Τζίνα Αμινί εξαιτίας της χιτζάμπ έθεσε υπό αμφισβήτηση την ιερότητά του. Η γυμνή βία της αστυνομίας ηθών κατά των γυναικών ουσιαστικά από-ιεροποίησε το χιτζάμπ. Θα μπορούσαμε ακόμη και να υποστηρίξουμε ότι, στο πεδίο της έμφυλης πολιτικής στο Ιράν τα τελευταία χρόνια, καμία ιδέα δεν ήταν τόσο δαπανηρή και προβληματική για τους δημιουργούς της όσο η ίδρυση μιας «αστυνομίας ηθών». Στην αρχή, η βία της αστυνομίας ηθών ασκούνταν πίσω από τα τείχη των φυλακών. Αλλά σε μια σπάνια αποκάλυψη, αυτή η βία τελικά βγήκε από το σκοτάδι των ανακριτικών δωματίων και ξεχύθηκε στους δρόμους — τον πιο δημόσιο από όλους τους χώρους. Είχαμε την τύχη να γίνουμε μάρτυρες και να καταγράψουμε αυτές τις εικόνες δημόσιας βίας κατά των γυναικών σε εκείνες τις στιγμές όπου η αστυνομία ηθών, παρά τους άκρως απόρρητους κανονισμούς και τον κώδικα συμπεριφοράς της, έχασε τον έλεγχο.
Η συνάντηση μεταξύ της φύσης του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», που επιβεβαιώνει τη ζωή και αψηφά τον θάνατο, και της φύσης του ιρανικού καθεστώτος, που λατρεύει τον θάνατο και κατακρίνει τη ζωή, αναδείχθηκε έντονα μέσα από μια παράξενη δικαστική απόφαση που επιβλήθηκε σε μια γυναίκα που είχε δημοσιεύσει φωτογραφίες της χωρίς χιτζάμπ κατά τις πρώτες ημέρες του κινήματος της Τζίνα: την καταδίκη της να πλένει νεκρά σώματα11. Αυτή η απόφαση είχε ως ρητό σκοπό να υπενθυμίσει τον θάνατο σε αυτή την Ιρανή γυναίκα που διεκδικούσε τη ζωή. Η πολιτική του ιρανικού καθεστώτος έχει δημιουργήσει ένα ρήγμα μεταξύ των Ιρανών: κάποιοι λειτουργούν ως θεματοφύλακες της ζωής σε αυτόν τον κόσμο, ενώ άλλοι ως θεματοφύλακες του κόσμου μετά θάνατον. Οι θεματοφύλακες των επίγειων πραγμάτων στηρίζονται αποκλειστικά στους εαυτούς τους, ενώ οι θεματοφύλακες των ουράνιων πραγμάτων απολαμβάνουν την πλήρη στήριξη του ισλαμικού καθεστώτος
Ως αντίβαρο στη στιγμή στο νεκροταφείο του Αϊτσί, επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε μια άλλη λαμπρή στιγμή, την οποία είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Αυτή η στιγμή έδειξε πώς ο αγώνας των γυναικών για τη ζωή εξαπλώθηκε γρήγορα από το νεκροταφείο στην καρδιά της ίδιας της ζωής. Καθώς το κίνημα μεγάλωνε, συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να αναζητήσω χώρους συνάντησης γυναικών που να συνδέουν τις διάσπαρτες, πληγωμένες υπάρξεις χιλιάδων γυναικών. Ήμουν πεπεισμένη ότι μόνο σε γυναικείους χώρους θα μπορούσα να παρατηρήσω από κοντά τις γυναίκες εν μέσω μιας φεμινιστικής θύελλας. Χώροι αναψυχής, όπως πισίνες, σάουνες και λουτρά, ήταν από τους σπάνιους χώρους όπου ήταν δυνατή μια τέτοια στενή παρατήρηση. Τέτοιοι χώροι στο Ιράν διέπονται από τη λογική του «έμφυλου διαχωρισμού», σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες και οι άνδρες πρέπει να τους χρησιμοποιούν σε διαφορετικές ώρες. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο κανόνας του χιτζάμπ δεν ισχύει σε αυτούς τους χώρους, καθώς όλοι είναι ημίγυμνοι. Κανείς δεν μπορεί να κρίνει τους άλλους με βάση την εμφάνισή τους ή το βαθμό συμμόρφωσής τους με τους κανόνες του χιτζάμπ, και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των γυναικών σε τέτοιους χώρους είναι πιο φιλικές και χαλαρές. Η λαμπρή στιγμή που τράβηξε την προσοχή μου συνέβη σε ένα λουτρό: οι γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί εκεί τραγούδησαν δυνατά το «Yar-e Dabestani-e Man» (Ο συμμαθητής μου), ένα τραγούδι που είναι πάντα παρόν στις διαδηλώσεις στο Ιράν12. Η εκτέλεση συνεχίστηκε με τις γυναίκες να τραγουδούν και άλλα τραγούδια αντίστασης. Τότε, μία από τις γυναίκες στάθηκε στη μέση του τζακούζι και φώναξε «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», συνοδευόμενη από τις άλλες γύρω της. Ήταν τόσο ενωμένες που μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι είχαν εξασκηθεί κρυφά σε αυτό το συλλογικό άσμα για αιώνες στους ιδιωτικούς τους χώρους –-στις κουζίνες και τα μπάνια, στα ντους και στα παστού13. Οι επιθυμίες που είχαν καταπιεστεί για τόσο καιρό ζωντάνεψαν όταν αυτές οι γυναίκες συνειδητοποίησαν τι συνέβαινε στη ζωή τους χάρη στο κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Αυτές οι γυναίκες δεν ήταν έφηβες ή νεαρές αλλά κυρίως μεσήλικες νοικοκυρές και μητέρες που μιλούσαν για τις πολυάριθμες μεταμέλειές τους και τα χαμένα όνειρά τους. Μου ήταν σαφές ότι αυτό που εκδηλωνόταν εκεί, στην κρυφή γυναικεία ζωή ενός ιδιωτικού χώρου, ήταν η ανυπέρβλητη δύναμη της σύνδεσης. Μια παθιασμένη σύνδεση προέκυψε από την ξαφνική ορατότητα των γυναικών στο επίκεντρο ενός κινήματος. Ύστερα από συνεδρίες σε τζακούζι σαν κι αυτή, μια ομάδα από αυτές τις γυναίκες έβγαινε στους δρόμους και συνέχιζε τη γυναικεία της επιτέλεση στις νυχτερινές διαδηλώσεις. Οι γυναίκες κατάφεραν να συναθροίσουν και να οργανώσουν τις διάχυτες δυνάμεις τους σε τέτοιους χώρους και έπειτα να βγουν στους δρόμους, με τα μαλλιά ακάλυπτα. Τέτοιες ένδοξες στιγμές ζωής κατέστησαν δυνατές χάρη στην άρνηση του θανάτου στο νεκροταφείο Αϊτσί. Η δύναμη της ζωής εξαπλώθηκε από ένα μικρό νεκροταφείο σε ένα απομακρυσμένο κουρδικό χωριό στις μεγαλύτερες πόλεις και στα πιο μακρινά χωριά του Ιράν.
Ποιος θα φανταζόταν ότι η επιστροφή του γυναικείου σώματος στην απλή και φυσική του μορφή θα πυροδοτούσε ένα κίνημα; Ποια θα μπορούσε να φανταστεί ότι η παρουσία μιας γυναίκας με ακάλυπτα μαλλιά θα θεωρούνταν ως μια αδιαμφισβήτητη δήλωση ύπαρξης; Το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» είναι η αυγή μιας εποχής όπου το ακάλυπτο γυναικείο σώμα δεν είναι απλώς ένα σώμα, αλλά ένα λάβαρο. Μήπως είμαστε μάρτυρες της «καθόδου» του γυναικείου σώματος από τους ουρανούς στη γη; Ναι! Αυτό το σώμα κατέβηκε για να φροντίσει τις υλικές, ανθρώπινες υποθέσεις της. Είναι ένα σώμα που τελικά απελευθερώθηκε από τις μεταφορές, ώστε να μπορέσει να ευθυγραμμιστεί με αυτό που πραγματικά είναι. Η γυναίκα έφτασε στην πιο φυσική και ανθρώπινη μορφή της. Και θέλει να διεκδικήσει την ελευθερία όλων των γυναικών.
Σημειώσεις
1 Adam Zeidan, “Woman, Life, Freedom,” Encyclopaedia Britannica, online ed., 2024
https://www.britannica.com/topic/Woman-Life-Freedom
2 Adam Zeidan, “Morality police,” Encyclopaedia Britannica, online ed., 2024
https://www.britannica.com/topic/morality-police
3 Σημείωση των επιμελητών της έκδοσης, “Death of Jina Mahsa Amini,” Encyclopaedia Britannica, online ed., 2024
https://www.britannica.com/biography/death-of-Jina-Mahsa-Amini
4 Ardeshir Tayebi, “Tehran Cemeteries Cover Graves that Have Pictures of Women Without Hijabs,” Radio Free Europe / Radio Liberty, July 26, 2022
https://www.rferl.org/a/iran-graves-covered-women-hijab-decree-crackdown/31960716.html
5 Το νεκροταφείο Αϊτσί (Aychi), όπου είναι θαμμένη η Τζίνα (Μάχσα) Αμινί, βρίσκεται στη Σακέζ, στο Κουρδιστάν.
6 Σημείωση των επιμελητών της έκδοσης: για μια καταγραφή αυτών των πορειών, βλ. το κείμενο σε αυτό το τεύχος, “Cleansing Personal Archives and the Birth of the Black Hole of Collective Memory.”
7 Rosie Swash, “Arrests and TV Confessions as Iran Cracks Down on Women’s ‘Improper’ Clothing,” The Guardian, August 23, 2022
https://www.theguardian.com/global-development/2022/aug/23/arrests-and-tv-confessions-as-iran-cracks-down-on-women-improper-clothing-hijab
8 Ardeshir Tayebi, “Iranian Morality Police Unit Disciplined After Video of Sick Girl’s Arrest for Hijab Violation Goes Viral,” Radio Free Europe / Radio Liberty, July 20, 2022
https://www.rferl.org/a/iran-morality-police-sick-girl-disciplined/31952305.html
9 “Marivan: The Death of Shalir Rasouli, a Woman Who Had Thrown Herself Out of a Widow for Fear of Rape,” Hana Human Rights Organization, September 8, 2022
https://hana-hr.org/content/2022098-marivan-the-death-of-shalir-rasouli-a-woman-who-had-thrown-herself-out-of-a-widow-for-fear-of-rape
10 Βλ. https://hammihanonline.ir/%D8%A8%D8%AE%D8%B4-%D8%AC%D8%A7%D9%85%D8%B9%D9%87-23/1062-%D9%88%D8%B7%D9%86-%D8%A7%D9%86%D8%AF%D9%88%D9%87
11 Amnesty International UK, “Iran: Authorities in Huge Crackdown on Women for Not Wearing Headscarves,” press release, July 26, 2023
https://www.amnesty.org.uk/press-releases/iran-authorities-huge-crackdown-women-not-wearing-headscarves
12 Σημείωση των επιμελητών της έκδοσης: Για μια σύντομη εξήγηση του τραγουδιού, βλ. https://www.pbs.org/wgbh/pages/frontline/tehranbureau/2009/11/my-grade-school-friend.html
13 Σημείωση της αγγλικής μετάφρασης: Η σημασιολογική φόρτιση των χώρων που αναφέρονται εδώ χάνεται σε κάποιο βαθμό στη μετάφραση, καθώς δεν διαθέτουν ακριβή ισοδύναμα στη δυτική αρχιτεκτονική. Πρόκειται για παραδοσιακούς, «εσωτερικούς» χώρους, οι οποίοι έχουν αποδοθεί στις γυναίκες από τους άνδρες.
Σημείωση της ελληνικής μετάφρασης: Παστού είναι βοηθητικοί ή λειτουργικοί χώροι στο εσωτερικό ενός κτιρίου.